Search
  • Vassilis Nitsiakos

Ανθρωπολογία του Περιβάλλοντος: Ο Τόπος και ο Άνθρωπος


"...Ποτέ στην ιστορία η απόσταση δεν είχε τόσο μικρή σημασία. Ποτέ οι σχέσεις των ανθρώπων με τους τόπους δεν ήταν τόσο πολλές και τόσο εύθραυστες και προσωρινές...

Μεταφορικά «καταναλώνουμε» τους τόπους και τους ξεφορτω­νόμαστε όπως περίπου πετάμε τα κουτιά μπίρας ή τα χαρτομάντιλα. Γινόμαστε μάρτυρες μιας ιστορικής φθοράς της σημασίας των τόπων στην ανθρώπινη ζωή... Η έννοια των δεσμών προσλαμβάνει πολλές μορφές. Μία απ’ αυτές είναι η αφοσίωση σε κάποιον τόπο. Μπορού­με να κατανοήσουμε τη σημασία της κινητικότητας μόνο αν πρώτα συνειδητοποιήσουμε τον καθοριστικό ρόλο που διαδραματίζει στην ■ψυχοσύνθεση του παραδοσιακού ανθρώπου ο μόνιμος τόπος διαμο­νής κι αυτό απεικονίζεται στον πολιτισμό μας με αμέτρητους τρό­πους. Πράγματι, ο πολιτισμός ξεκίνησε με τη γεωργία που σήμαινε εγκατάσταση, έδινε τέλος στα θλιβερά εξαντλητικά ταξίδια και στη μετανάστευση των παλαιολιθικών νομάδων. Η ίδια η λέξη «ρίζωμα», στην οποία δίνουμε τόση σημασία, έχει αγροτική προέλευση..."

Οι παραπάνω παράγραφοι, που προέρχονται από το βιβλίο "Το Σοκ τον μέλλοντος" του αρκετά γνωστού αμερικανού συγγραφέα Άλβιν Τόφλερ και είναι πολύ χαρακτηριστικές της τάσης που πα­ρουσιάζει ο σύγχρονος μεταβιομηχανικός κόσμος όσον αφορά τη σχέση του ανθρώπου με τους τόπους. Το φαινόμενο αυτό ξεφεύ­γει από τα όρια της «αλλοτρίωσης» του σύγχρονου ανθρώπου από το φυσικό του περιβάλλον, κάτι που άλλωστε έχει μελετηθεί από πολλές οπτικές γωνίες και σε βάθος. Ξεφεύγει από την «αλλο­τρίωση», διότι πρόκειται ουσιαστικά για μια απώλεια. Μια απώ­λεια των δεσμών με τον τόπο ή τους τόπους, που οδηγεί πολύ μα- κρύτερα. Στις πλέον προηγμένες χώρες γίνεται λόγος πια για ένα «νέο νομαδισμό» που χαρακτηρίζεται από την απουσία της γεω­γραφίας.

Πρόκειται για μία τάση που γενικεύεται όσο οι κοινωνίες συ­νολικά προχωρούν προς την τεχνολογική ανάπτυξη και τις υπερ- σύγχρονες μορφές κοινωνικής οργάνωσης και συμπεριφοράς. Έτσι, πάρα πολλές κοινωνίες βιώνουν σε μεγαλύτερο ή μικρότε­ρο βαθμό μια μετάβαση, η οποία πολύ συχνά παίρνει το χαρακτή­ρα ρήξης με το παρελθόν και τα προηγούμενα μοντέλα πολιτισμού.

Στις παραδοσιακές κοινωνίες που χαρακτηρίζονται από την οργάνωσή τους σε μικρές κοινότητες βασισμένες στην πρωτογενή κατά κύριο λόγο παραγωγή, με μεγάλο βαθμό αυτάρκειας και εσωτερικής συνοχής, στοιχειώδη τεχνολογία παραγωγής και κα­ταμερισμό εργασίας, και ως εκ τούτου σημαντικό βαθμό εξάρτη­σης από τη φύση, η σχέση του ανθρώπου με το φυσικό περιβάλλον και τον τόπο είναι εντελώς διαφορετική. Εδώ η φύση, ο φυσικός περίγυρος, δεν είναι απλώς το πεδίο άσκησης της παραγωγικής δραστηριότητας αλλά και ο τόπος όπου γεννιέται, μεγαλώνει και πεθαίνει κανείς, ο τόπος με τον οποίο δένεται συναισθηματικά και γίνεται στοιχείο της ταυτότητάς του αλλά και σύμβολο κοινής καταγωγής και ενότητας της ομάδας του, δηλαδή της κοινότητας. Ο χώρος αυτός είναι ιστορικά δεδομένος και γεωγραφικά περιο­ρισμένος, οι άνθρωποι γνωρίζουν καλά τα όριά του και τις δυνα­τότητες του, κι αυτή η επίγνωση αποτελεί τη βάση για τη σχέση την οποία διαμορφώνουν μαζί του στο πλαίσιο της επέμβασής τους μέσω των παραγωγικών τους δραστηριοτήτων.

Αυτήν ακριβώς τη σχέση του ανθρώπου με το φυσικό περιβάλ­λον, που, όπως θα φανεί στη συνέχεια, δεν είναι καθόλου μια απρό­σωπη πραγματικότητα, όπως την εκλαμβάνει η σύγχρονη οικονο- μίστικη σκέψη, αλλά ένας καθαγιασμένος χώρος, ένας τόπος με ταυτότητα, θα προσπαθήσουμε να ανιχνεύσουμε από μια συγκε­κριμένη οπτική γωνία, πιστεύοντας ότι μπορεί, εκτός των άλλων, να αποτελέσει βάση για μια κριτική θεώρηση και, γιατί όχι, αμφι­σβήτηση των σύγχρονων ηθών σχετικά με το φυσικό περιβάλλον.

Κατ’ αρχάς πρέπει να πούμε ότι, με βάση τα εθνογραφικά δε­δομένα από «πρωτόγονες» και αγροτικές κοινωνίες, ο άνθρωπος στο πλαίσιο μιας τέτοιας πολιτισμικής συμπεριφοράς δεν θεωρεί αυτονόητο το δικαίωμά του να εκμεταλλεύεται τη φύση. Αντίθε­τα, θεωρεί τη φύση ως κάτι ιερό, γι’ αυτό και κατά κανόνα τη θεο­ποιεί, και ως εκ τούτου επεμβαίνει στις λειτουργίες της με το ανά­λογο δέος, κάτι που αποτυπώνεται τόσο στη θρησκεία και τις αντί­στοιχες λατρευτικές εκδηλώσεις όσο και στις εθιμικές τελετές της παραγωγής αλλά και της οικειοποίησης του χώρου. Θυσίες, σπον­δές, προληπτικές μαγικές ενέργειες κ.λπ. αποτελούν τα μέσα με τα οποία προσπαθεί να εξευμενίσει τις δυνάμεις της φύσης και να εξιλεωθεί κατά κάποιον τρόπο και ο ίδιος για το γεγονός της εκ­μετάλλευσης ή και της κακοποίησης των στοιχείων της. Οι μετα­φυσικές δοξασίες και οι κοσμογονικοί μύθοι επίσης φανερώνουν μιαν ιδεολογία με έντονα τα στοιχεία της ενοχής απέναντι στη μητέρα φύση ή τη μητέρα γη.

Στην ελληνική παραδοσιακή κοινωνία, που δεν είναι άλλη από την αγροτική μας κοινότητα πριν το μετασχηματισμό της, συνα­ντούμε αρκετά στοιχεία από αυτή τη σχέση αγιότητας μεταξύ αν­θρώπου και φυσικού χώρου, μεταξύ της κοινότητας και του τόπου της. Πολλά από αυτά διασώζονται μάλιστα και σήμερα, είτε ως ζωντανές πρακτικές, φθίνουσες φυσικά, είτε αποτυπωμένα στο δομημένο χώρο, το ανθρωπογενές περιβάλλον γενικότερα, θυμί­ζοντας βεβαίως προηγούμενες εποχές και συμπεριφορές.

Μια τυπική ελληνική αγροτική κοινότητα με ιστορικές ρίζες στην οθωμανική εποχή και το τότε καθεστώς της σχετικής αυτο­νομίας και αυτοδιοίκησης διατηρεί ακόμα και σήμερα τα στοιχεία της οργάνωσης του χώρου, της κοινοτικής δηλαδή γεωγραφικής έκτασης, που δηλώνουν τη σχέση κοινωνίας/ανθρώπου - χώρου/ φυσικού περιβάλλοντος.

Η κοινοτική έκταση είναι αυστηρά καθορισμένη και οριοθτημένη με φυσικά ή τεχνητά αντικείμενα-σημεία, τα οποία συμ­βαίνει συνήθως να είναι ιδιαιτέρως φορτισμένα ιδεολογικά και συναισθηματικά. Ανάμεσα στα τεχνητά σημεία ιδιαίτερη θέση κατέχουν τα προσκυνητάρια ή εικονίσματα και τα ξωκλήσια, τα οποία εκτός από τη διάθεση κατοχύρωσης και διασφάλισης του κοινοτικού χώρου εκφράζουν και τον καθαγιασμό του, όπως επί­σης και τον εξαγνισμό της συνοριακής ζώνης, η οποία ως οριακή είναι και επικίνδυνη.

Σ’ ένα δεύτερο επίπεδο διαμορφώνεται ο οικιστικός χώρος της κοινότητας, ο οποίος με τη σειρά του οριοθετείται σε σχέση με το φυσικό χώρο, μια οριοθέτηση που εκφράζει από πολλές απόψεις και τη θεμελιώδη αντίθεση πολιτισμός-φύση: κυρίαρχο οριακό σημείο και εδιό έχουμε πάλι ένα ιερό οίκημα αφιερωμένο σε κά­ποιον άγιο με κάποια σημαντική και ευεργετική ιδιότητα για την κοινότητα, συνήθως αποτρεπτική. Αυτό το φαινόμενο είναι γνω­στό ως «ζώσιμο» («το χωριό είναι ζωσμένο από αγίους») και εκ­φράζει ουσιαστικά την πρωταρχική εκείνη πράξη καθαγιασμού και περιχαράκωσης του χοίρου που οικειοποιήθηκε και κατοίκη­σε μια ομάδα ανθρώπων ιδρύοντας έτσι μια κοινότητα'. Η πράξη αυτή καθαγιασμού του χώρου μπορεί να επαναλαμβάνεται κάθε φορά που η κοινότητα βρίσκεται σε κίνδυνο (επιδημίες, καταστρο­φές κ.λπ.), πράγμα που σημαίνει την ανάγκη εκ νέου ενίσχυσης των συνόρων της με τελετουργικό καθαγιασμό. Η τελετουργία αυτή σε πολλές περιπτώσεις συνίσταται σε μια εθιμική περιάροση του οικισμού με θυσία και ταφή, στο τέλος, των βοδιών που χρησιμοποιήθηκαν στην τελετή. Σε πολλές κοινότητες, εξάλλου, επιβιώ­νουν μέχρι σήμερα, όπως θα δούμε πιο κάτω, έθιμα λιτανείας με αποτρεπτικό χαρακτήρα, τα οποία τελούνται κάθε χρόνο στη γιορ­τή ενός προστάτη αγίου· πρόκειται για εθιμικές τελετές καθαγια­σμού του χώρου, που μάλιστα συχνά είναι γνωστές με ονόματα που παραπέμπουν στη σημασία των ορίων της κοινότητας, των σημείων.

Το έθιμο της περιάροσης με θυσία στα σύνορα έχει καταγρα- φεί σε πολλές περιοχές του ελλαδικού χώρου. Παραθέτουμε εδώ μια χαρακτηριστική περίπτιοση που κατέγραψε ο λαογράφος Γ. Αικατερινίδης, το έθιμο «γκαίνιασμα»: «Πρόκειται για σημαντι­κές μαρτυρίες -με αξιοσημείωτη ομοιομορφία- για το τελετουρ­γικό “γκαίνιασμα” (εγκαινίαση) χωριού, που έχει σκοπό την απο­τροπή κακών, προπάντων ασθενειών, από έναν τόπο που αρχίζει τη ζωή του: δυο δίδυμα μοσχάρια τα ζεύουν σε άροτρο, περιαρώ- νουν το χωριό και ύστερα τα θάβουν ζωντανά στην είσοδό του (για τις σχετικές τελετουργίες στην αρχαιότητα βλ. Δ. Πετρόπου- λος, «Όρια ιερά-σταυράτα», επετ. Φιλοσ. Σχ. Θεσ/νίκης, 11 (1969), σελ. 239-40.)

Με τον καιρό το έθιμο έγινε παράδοση, ή κάτι που δεν πολυπι- στείίεται· στο Τσιράκι Γρεβενών έδειχναν δύο μεγάλες πέτρες τάφο δήθεν των μοσχαριών. Και άλλες θέσεις σε σχετικές παρα­δόσεις τις θεωρούν τάφους των μόσχαριοδν ή τις συσχετίζουν με το έθιμο- π.χ. η περιάροση έπρεπε να οροθετείται με ξύλινους σταυρούς, που μπήγονταν στα γύρω από το χιοριό περιφανέστερα σημεία, γι’ αυτό πολλά τοπωνύμια σε αιτωλικά χωριά λέγονται «Σταυρός»· σχετικό είναι και το τοπωνύμιο «Γκαίνια»...

Το έθιμο της λιτανείας το συναντάμε επίσης σε πολλά μέρη ακόμα και σήμερα και δεν έχει μελετηθεί στο βαθμό που θα έπρε­πε από τους λαογράφους[2]. Παραθέτουμε εδώ ένα απόσπασμα από μια περιγραφή του εθίμου «σίγνιλι»[3] που προέρχεται από το χω­ριό Περιβόλι του νομού Γρεβενών[4]: «...Μετά σχηματίζεται η πο­μπή. Επικεφαλής τα εξαπτέρυγα, το “μπαϊράκι” και η εικόνα του Αγ. Γεωργίου. Μετά οι ψάλτες, οι ιερείς, οι άρχοντες και τέλος ο υπόλοιπος κόσμος. Όλοι και σε ολόκληρη τη διαδρομή αναφω­νούν το “Κύριε ελέησον”. Η πομπή πρέπει να κάνει το γύρο του χωριού και να μην αφήσει κανένα σπίτι απέξω. Από τον κεντρικό δρόμο κατεβαίνει στην εκκλησία της Αγ. Παρασκευής, όπου στο προαύλιο γίνεται στάσις και ψάλλεται δέησις. Από εκεί, προς το Βορρά, παρακάμπτει τα ακραία σπίτια της συνοικίας Σφούρλα, ανεβαίνει στην Γκορντομπίλια και φθάνει στον Αγ. Παντελεήμο- να, όπου γίνεται άλλη στάσις και δέησις. Ανεβαίνει στον Προφή­τη Ηλία, όπου άλλη στάσις και άλλη δέησις. Κατεβαίνει στο ρέμα του Τζέγκα και μετά ανεβαίνει στην απότομη κορυφή “Τσιούμα”... Από την Τσιούμα περνούν από τη νότια παρυφή του χωριού και φθάνουν στον Αγ. Αθανάσιο, όπου άλλη δέησις. Και τέλος, από εκεί κάνουν τον υπόλοιπο γύρο του χωριού και φθάνουν στην Αγ. Παρασκευή, από όπου με τον ίδιο δρόμο επιστρέφουν στον Αγ. Γεώργιο...»[5]

Στο επίπεδο της κατοικίας, του σπιτιού, που αντιστοιχεί στην κοινωνική μονάδα της οικογένειας ή πιο γενικά της εστιακής ομά­δας, έχουμε επίσης τελετές που συνδέονται με τον καθαγιασμό του χώρου (έθιμα θεμελίωσης με θυσία, εγκαίνια κ.λπ.), που εκ­φράζουν το ίδιο πνεύμα, δηλαδή την προσπάθεια εξευμενισμού των στοιχείων της φύσης, των δαιμόνων σε πολλές παραδόσεις, γεγονός που δείχνει ένα βαθμό ενοχής του ανθρώπου για την οικειοποίηση του φυσικού χώρου. Είναι χαρακτηριστικό, επίσης, το γεγονός ότι, όταν αυτή η οικειοποίηση επεκτείνεται στη γη γενικότερα παίρνοντας έτσι τη μορφή της έγγειας ιδιοκτησίας, σε μεταγενέστερες ιστορικές φάσεις, ενεργοποιείται εκτός από την αντίθετη «φύση-πολιτισμός» και η αντίθεση «κοινότητα-οι- κογένεια/άτομο» (συλλογικότητα-ατομικότητα). Στην εθνογρα­φία έχουμε πολλά δεδομένα μαγικών τελετουργιών οικειοποίη- σης της γης, που έχουν ως στόχο την αποτροπή του μένους των πνευμάτων (που δεν είναι παρά προσωποποιήσεις των στοιχείων της Φύσης), δεδομένα που ανάμεσα στ’ άλλα αντανακλούν και τη δυσκολία (ιδεολογική-συνειδησιακή) μετάβασης από τη συλ­λογική (κοινοτική) στην οικογενειακή και κατ’ επέκτασιν στην ατομική ιδιοκτησία. Αυτά τα φαινόμενα, στην ιστορική τους προο­πτική, δείχνουν επίσης πως οι αλλαγές στη σχέση ανθρώπου- φύσης συνδέονται άμεσα με τις αλλαγές στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων.

Αν φύγει κανείς από το δομημένο χώρο, το χώρο κατοίκησης των ανθρώπων, και εξετάσει τον περιβάλλοντα «φυσικό» χώρο, και εδώ, πέρα από τις μαρτυρίες μιας «προσεκτικής», σχεδόν αι- σθαντικής, παρέμβασης και ισορροπημένης συνύπαρξης, θα απα­ντήσει κανείς πολιτισμικά στοιχεία και φαινόμενα δηλωτικά όχι απλώς μιας «οικολογικής» σχέσης με το χώρο αλλά και μιας «οι­κολογικής» συνείδησης των παραδοσιακών κοινωνιών. Θα ανα­φέρουμε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα από την ελληνική πα­ράδοση, την ελληνική παραδοσιακή κοινότητα, που είναι κοινώς γνωστό κυρίως για τη θρησκευτική του σημασία, ίσως και την αι­σθητική του, αλλά έχει και τεράστια οικολογική σημασία. Μιλάμε για το φαινόμενο των «βακούφικων» δασών. Λένε, λοιπόν, οι χωρικοί ανά την Ελλάδα ότι τα δάση αυτά πολλές φορές προκύ­πτουν από συνειδητές κοινοτικές αποφάσεις που στοχεύουν άμε­σα στην οικολογική προστασία των χωριών. Συχνά μάλιστα δη- μιουργούνται με οικειοθελή παραχώρηση ιδιοκτησιών στην κοι­νότητα εκ μέρους κάποιων μελών της.

Τα «βακούφικα» είναι συνήθως δασύλλια στο βορεινό τμήμα των ορίων του οικισμού[6], τα οποία, κατά την άποψη των ίδιων των χωρικών (που ευσταθεί και επιστημονικά) συγκροτούν τόσο τα νερά όσο και το ίδιο το έδαφος αποτρέποντας τον κίνδυνο της διάβρωσης. Πρόκειται για τόπους που έχουν χαρακτηρισθεί ιεροί και ως εκ τούτου η εκμετάλλευση είναι απαγορευμένη με κυρώ­σεις υπερφυσικού χαρακτήρα για τους ιερόσυλους. Κατά την πα­ράδοση όποιος ξυλεύει σ’ αυτά τα δάση τιμωρείται από τον προ­στάτη άγιο. Σημειωτέον ότι σε κάθε βακούφικο δάσος υπάρχει κι ένα ξωκλήσι αφιερωμένο σ’ αυτόν τον άγιο.

Είναι προφανές ότι έχουμε να κάνουμε με ένα φαινόμενο κα­θαγιασμού ενός τόπου, ο οποίος θεωρείται ότι έχει ζωτική σημα­σία για την κοινότητα. Η προαγωγή του προστατευτέου δάσους στη σφαίρα της ιερότητας αποτελεί συνειδητή οικολογική πράξη που επικυρώνεται από την επίκληση ενός αγίου, ο οποίος στην ουσία ενσαρκώνει το Δαίμονα του ωφέλιμου δάσους, που κατά την «δόξαν» της κοινωνικής ομάδας τιμωρεί τους παραβάτες. Να πώς καταγράφει το φαινόμενο σε χειρόγραφό του ένας ντόπιος συγγραφέας από το χωριό Λιασκοβέτσι (τώρα Λεπτοκαρυά) Ζαγορίου: «Τούτο (το εκκλησιαστικόν δάσος) ως είναι γνωστόν εκ παραδόσεως, αλλά και ως ανεγράφετο εις σελίδα τινά του εμπρη- σθέντος Κώδικος Αγίου Νικολάου, το πάλαι ανήκε κατά τμήματα εις διαφόρους κατοίκους, οίτινες συναισθανόμενοι το ωφέλιμον και την χρησιμότητα αυτού διά τε τα νερά, την συγκράτησιν του επικλινούς εδάφους, και την μη αποψίλωσίν του εκ των δένδρων, είχον προσυμφωνήσει όλοι όπως απαγορευθεί εντελώς η εν αυτώ ξύλευσις και κλαδονομή, μη επιτρεπομένης μηδέ της διεισδύσεως εν αυτώ ου μόνον των φορτηγών ζώων και αιγοπροβάτων, αλλά και αυτών ακόμη των εριφίων και αμνών...»[7]

Θα μπορούσε να παραθέσει κανείς χιλιάδες παραδείγματα από την ελληνική λαογραφία αλλά και την παγκόσμια εθνογραφία, που φανερώνουν αυτή τη διαφορετική σχέση κοινωνίας-φύσης στις προβιομηχανικές κοινότητες. Όσο μάλιστα πάμε προς τα πίσω ως προς την τεχνολογική και οικονομική ανάπτυξη, τόσο καλύτερα είναι τα πράγματα στις σχέσεις ανθρίόπου-περιβάλλοντος.

Η τεχνολογική έκρηξη σε συνδυασμό με τον οικονομιστικό προσανατολισμό της σύγχρονης βιομηχανικής κοινωνίας έχει δια­μορφώσει καινούρια δεδομένα στη σχέση ανθρώπου-φύσης, κα­θώς ο πρώτος μέσω της ανάπτυξης της γνώσης και της τεχνολο­γίας εμφανίζεται πια κυρίαρχος του παιχνιδιού με έναν τρόπο που από τη μια τον βγάζει από την παλιά σχέση εξάρτησης και δέους απέναντι στη δεύτερη και από την άλλη τον οδηγεί σε μια άκρατη εκμετάλλευσή της. Η σχέση πια έχει χάσει κάθε ίχνος σεβασμού και ιερότητας και έχει γίνει μια σχέση στενόθωρα ωφελιμιστική, που δυστυχώς φαίνεται να οδηγεί σε μια ανεπανόρθωτη διατάρα­ξη της ισορροπίας στον πλανήτη μας και βεβαίως σε μια εμφανή υποβάθμιση του άμεσου φυσικού περιβάλλοντος μας.

Χωρίς καμία διάθεση ωραιοποίησης ή εξιδανίκευσης του πα­ρελθόντος, μπορούμε ανεπιφύλακτα να υποστηρίξουμε ότι οι πα­ραδοσιακές κοινωνίες μπορούν σε πολλά σημεία να αποτελέσουν το μοντέλο, τηρουμένων βεβαίως των αναλογιών, για μια διαφο­ρετική σχέση κοινωνίας-φύσης και, γιατί όχι, για μια διαφορετική περιβαλλοντική ηθική. Κάτι τέτοιο προϋποθέτει όμως και μια κα­θολική ριζική κριτική στα θεμέλια του ίδιου του σύγχρονου πολι­τισμού, που δεν είναι απλώς ανθρωποκεντρικός, είναι επικίνδυνα ατομικιστικός και ανταγωνιστικός.

[1] Πρώτη δημοσίευση: Επιλεγμένα θέματα διαχείρισης περιβάλλοντος, Μουσείο Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας, 1995.


[2] Γεωργ. Ν. Αικατερινίδης, «Νεοελληνικές αιματηρές θυσίες», διδακτο­ρική διατριβή, Αθήνα: παράρτ. Λαογραφίας, 1979, σελ. 152-153.


[3] Βλ. Άλκη Κυριακίδου-Νέοτορος, ό.π., και Charles Stewart, Demons and the Devil, Princeton: U.P., 1991, σελ. 162-172.


[4] Σε άλλα μέρη το ίδιο έθιμο απαντάται ως «ισίγνα», λέξη που και αυτή, όπως και το «σίγνιλι» προέρχεται από το λατινικό 5Ϊ§Μ=σημεία.


[5] Από το βιβλίο του Θεοδώρου Κ. Π. Σαράντη, Το χωριό Περιβόλι-Γρε- βενών, Αθήνα 1997, σελ. 182-3.


[6] Γι’ αυτό σε πολλά μέρη το δασυλλιο αυτό λέγεται «κεφαλάρι», επειδή βρίσκεται «στο κεφάλι» του οικισμού.


[7] Βασιλείου Αυδή, ΤοΧωρίονΛιασκοβέτσι, (δακτυλογραφημένο κείμε­νο, 1953).

Από το βιβλίο μου ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΕΤΕΡΟΚΛΗΤΑ, Οδυσσέας, Αθήνα, 1997

347 views

Recent Posts

See All

© 2018 by Vassilis Nitsiakos 

  • Facebook Clean Grey