Search
  • Vassilis Nitsiakos

Για μια τιμή ζιάω δια στόματος Ιφιγένειας Μπουτριστινής και χειρός Βασίλη Νιτσιάκου[1]

[1]

Ω....δεν μπορώ, γιε μου. Αυτά ’ναι περιττά, έφυγαν... δεν μπορώ να σ’ τα μολοήσω, αλλά πάθια πολλά. Έχω ιδεί το χάλι το δικό μου, του παι­διού μου που δε χάρηκε, κι απέ δεν έχω τον κόσμον.

Καλά εκάνανε. Έτσι ηθέλανε, έτσι έκαναν. Δεν ’παγορεύει καένας και τώρα. Άμα θέλουν, ας παν όπου θέλουνε... δεν ’παγορεΰει κα­ένας, αλλά για μια τιμή ζιάω, για ένα σέβας ζιάς. Όλα τα βρίσκεις, τ’ αγοράζεις, τα κάνεις.

Την τιμή εμείς την έχουμε πρόβλημα, δεν την κάνεις, δεν την ’ποχτάς εύκολα. Το ’χουμε έτσι, ’λάττωμα. Πώς να σου πω, με συγχωρείς, θα πεις, γιατί εσύ.... Παντρεύτηκα μια φορά, παντρεύτηκα πάλι τώρα, έ­τσι απ’ ανάγκη. Κάτσε με το σπίτι τώρα, σου κρένει το σπίτι; Καλό ’ναι τούτο το σπίτι, αλλά αφού δεν έχει ανθρώπους... Δεν σου κρένει, δε μι­λάει. Από το καθόλου πήρα κι εγώ ένα γέρο - του πέθανε η γυναίκα - ά'ίντε, είπα να ’χω άνθρωπο σπίτι, να του κάνω μια δουλιά, να βρίσκομε μουαμπέτι. Άμα έχεις το φίλο, θα ’ρθεις κι εσύ, θα ’ρθει κι εκείνος, κάτι θα σου πει, κάτι θα του πεις, θ’ ανοίξει λίγο η πόρτα.

Τι θ’ ανοίξει; Αυτή κλείστηκε από τη μέρα που την έκλεισε το παι­δί... Κι έκλεισα τα μάτια και το ’καμα. Άλλοι με γελούσανε, άλλοι λέγα­νε «καλά έκανε, δε ζιάει». Άλλοι λέγανε «τι τη θέλει την παντρειά, αυ­τή θέλει τώρα μολύβι στη μπάλα»... Αφού έχασα το λεβέντη μου, τι να το κάμω το σπίτι, είν’ άχρηστο, να το βάλεις φωτιά. Δεν είν’ αγγόνι, δεν είν’ αγγονιά, δεν είναι τίποτες. Και πήρα αυτόνε. Έχω δυο χρόνια στα τρία, πήρα αυτόν. Το παιδί μου είναι δώεκα πνιμένο, έχει δώδεκα χρό­νια- δώδεκα που ’ναι πνιμένο- ήτανε στα είκοσι, ήτανε δεκαενιά, για το ’χω, να.... Δε μολογιούνται. Ο πρώτος, έχω στεφάνι άλλο στην Κάρβουση, είναι πεθαμένος. Επέθανε! Το παιδί είναι με τον δεύτερο. Με τον πρώτο δεν είχα τεκνήσει, εφτά χρόνια, όχι, δεν είχα. Ο δεύτερος ζιάει, με τα πρόβατα είναι. Χωρίσαμε από τότες, ίσια ουδ’ ένα χρόνο δεν άντεξα.

, Δε εφάγαμε ουτ’ ένα χρόνο 'ψωμί. Είναι ’φαιρεμένος από μυαλό. Ό­πως τον πιάνει. Αφού τον έπιανε η βούρλα, πήγαινε να ριχτεί στο πηγά­δι. Τον έπιανε... Ναι, μα η μητέρα μου ήταν έτσι, ήλεγε «τώρα εκείνος εκεί κάτω είχε πεθάνει, χωρίστηκε». Τώρα η κοπέλα, εμείς το ’χουμε

άμα χωρίζει στην πρώτη φορά, δε λέγεται, κι άξια κι έξυπνη να ’ναι, λέγεται χήρα, της βάνομε όνομα χήρα. Μια κοπέλα που να ’ναι ανύπα­ντρη, μπορώ να σου πω, από μένα μπορεί να ’ναι χειρότερη, αλλά έχει. τ’ όνομα, λέγεται κοπέλα. Κι ήλεγε ο αδερφός μου, δεν ήθελα να ’ρθω σ’ αυτό εγώ, ένα που το ’ξερα απ’ το χωνί, κι ένα που δεν ήξερα άλλα μυ­στικά, τι είχε βαθύτερα. Και κάθομαι μες στον αδερφό στη νύφη.

Μου ’λεγε κι η νύφη «πώς θα φας ψωμί;». Είχε ένα μπαμπά, με σχωρείς, ο Θεός τους έκανε, δεν έχει γέλιο, αλλά...Της λέω ’γω «μωρή νύ­φη, μου λένε απάνου στο χωριό, άφσε που δεν ήθελα να φύγω απ’ το Δέλβινο, είχα μάθει έξι εφτά χρόνια εκεί με τη νύφη μου, στο παζάρι, επεράσαμε τσίκα τίποτε, τρώγαμε καλύτερα, εδώ τι ’χε να φάμε!!... και της λέω «πως να ζήσω ’κει μέσα; Αυτός είναι της λέω, ένας άσκημος σα γύφτος...μακριά απ’ εδώ» Γύφτος δεν είναι, ήτανε Χριστιανός, αλλά ή­ταν απ’ την πέτσα του, πώς να σου πω, και βαφτισμένος. Και ’γω - ο Θε­ός να με σχωρέσει - μου λέει εμένα η νύφη μου «κι εγώ δεν τον χω­νεύω, γιατί η κοπέλα, είπε, και η προβατίνα σε πάνει στου οχτρού την πόρτα. Η κοπέλα σε πάνει και φιλάς το γύφτο στη μπάλα» Μου είπε η νύφη μου και... «Ε, μωρ’ νύφη τση είπα, αλλά δε μ’ αφήνει ο αδερφός. Να ’φεύγα απ’ τον αδερφό να φύγω απ’ τ’ εσένα που τρώμε μαζί ψωμί ε­φτά χρόνια... θα ’λεγες «δεν έχει τι να κάνει τώρα στον αδερφό, με σχωρείς, δε τση βολάει και θέλει να κάτσει χώρια απ’ τον αδερφό γι’ άλλα πράγματα». Να φύγω, να πάνω στο χωριό, να πάνω στη μητέρα μέσα να κάτσω, η μητέρα θα ’λεγε «στον άντρα σου, εκεί ’χες πρέπος. Εδώ ’χουν οι νυφάδες, τα παιδιά, εκεί». Εμπρός βαθύ και πίσω ρέμα. Θα τον πάρω και...να πάω στη θάλασσα πάλε να ριχτώ, τι να ’κανα. Όχι, είπε τι θέλεις. Της λέει ο αδερφός μου της νύφης - έχει πεθάνει τώρα η νύφη. Τσια με τ’ εμένα ήτανε, ένα χρόνο διαφορά. Λάθεψε ο χάρος την πόρτα.

Έπρεπε να πάρει εμένα, όχι αυτή. Έχει τα παιδιά της αυτή, κοπέ­λες, γαμπρούς...Πηρ’ αυτή. Την είχα μάνα κι αυτή. Της λέει «δε θέλω να βάλω ορέ νύφη τσ’ είπε, καλύτερα να πνιγώ». «Α, μο, τι την περιορίζει», του λέει τ’ αδερφού μου. «Κάτσε», τσ’ είπε, «εσύ δεν ξέρεις- κι απέ η ’Φιγένεια, της είπε, την αξία την έχασε», της είπε.

«Εγώ σου λέω είναι πολύ καλύτερα. Να σου υπογράψω εκατό μοι­ράδια, της είπε, την έχω αδερφή, της είπε, αλλά η αξία της λέγεται χή­ρα. Θες να βρεις ένανε χτυπημένο το κεφάλι, ψημμένον ανθρωπόνε με λογικό απάνω, της λέει, να μετρήσει να πει «πώς είν’ ο άντρας που άφ’ κε; πώς ειν’ τούτ’ η υπόθεση, να ιδεί τη Φιγένεια, να μιλήσει με κειόνε, να σβιάσει, της είπε. Τώρα, της είπε, χάθηκ’ η αξία της. Τι θα πάρει, παι­δί θα πάρει αυτή; Δεν παίρνει παιδί, τση είπε. Α, παιδί μπορεί να της πει για να τη γελάσει «θα σε πάρω, θα σε κάνω». Το παιδί θα παν’ να πάρει μια κοπέλα, της είπε.

Αυτή ’ναι χειρισμένη η κοπέλα, με σχωρείτε, θα παν’ να πάρει εκεί­νη, της λέει, δεν παίρνει την αδερφή μου. «Εσύ μη κρένεις», της είπε. Τι να ’λεγε κι η νΰφη, δεν μπορούσε, το αυτό έλεγε. Έκατσα με τη νΰφη μου δεκατέσσερα χρόνια, στο Δέλβινο εφτά χρόνια κι εφτά εδώ που την είχαμε στο χωριό, στην Πέπελη, αρραβωνιασμένη. Όχι, τώρα εγώ, μπορεί να πεις, ποιόν να πάρω μάρτυρα, σου λέω τ’ ειλικρίνεια, το ’φερε το μουαμπέτι, συμπάθα με, δεν έκαμα δεκαεφτά λόγια. Μισή ζωή έ­καμα με τη νΰφη μου και λιγότερα με τη μάνα και με την αδερφοσύνη. Ήταν αρραβωνιασμένη, πηγαίναμαν στην Πέπελη, είχαν σταφύλια. Ανεβαίναμαν σ’ ένα κλαρί οι δύο, κατεβάζαμαν τα καλάθια με μια τρι­χιά οι δύο. «Οι δύο, Φιγένεια, τα καλάθια κάτω. Αν πέσομε, θα πέσομε οι δύο». Έρθε, την πήραμε, μαζί κοιμόμαστανε και λεχώνα που γεννού­σε, δεν ξεχωριζομάσταν από τη νύφη. «Όλα , όλα, όλα» μας ήλεγαν στο Δέλβινο - κάτσαμε εφτά χρόνια - «γιατί δε μαλώνετε ’σεις μωρή; Η νύ­φη κι η αντραδέρφη ’ναι το κακό τ’ αγκάθι». Ηλέγανε κάτι μπάμπες που ’ταν από την Ελλάδα. Είχαν μείνει απ’ εδώ μ’ έναν παππούλη. Πώς τους έπαιρναν εκείνα τα χρόνια, δε θυμάμαι και καλά, εξορία...Έχω πολλά χάλια κι εγώ...

Κι είχανε μείνει απ’ εδώ. Ήτανε νύφη κι αντραδέρφη και φώναζαν αυτές λόγια πολλά. Της λέει η νύφη μου η σχωρεμένη, «ω μάλιε, της ήλεγε, τι θα μοιράσουμε; Τα μοίρασ’ ο Εμβέρης, της είπε, τι θα μοιράσου­με εμείς τώρα; Μοιρασμένα...

[1] Απόσπασμα αυτοβιογραορικής αφήγησης που ηχογραφήθηκε τον Ιούλιο του 1994 κα­τά τη διάρκεια επιτόπιας έρευνας στον κάμπο της Δερόπολης (Αλβανία)



161 views

© 2018 by Vassilis Nitsiakos 

  • Facebook Clean Grey