Search
  • Vassilis Nitsiakos

Η ΑΡΑΠΑ ΤΟΥ ΠΑΣΧΩΝΗ

Χθες έλαβα μια φωτογραφία. Τρία παιδιά καβάλα σε ένα μαύρο μουλάρι. Ξύπνησαν μνήμες. Ποιο νά ' ναι αυτό το μαύρο μουλάρι; Κάτι ένιωσα στο πίσω μέρος των μηρών μου, στον πισινό. Η αίσθηση της ξεσαμάρωτης καβάλας. Είχα ανέβει το σύνολο σχεδόν των ήσυχων αλόγων, μουλαριών και γαϊδουριών του χωριου. Κάποιες φορές είχα φάει και ξύλο, γιατί το έκανα δίχως να ρωτήσω το αφεντικό. Μια φορά, που πήραμε έτσι ρα άλογα του Τολη Κ. με τους φίλους μου το πληρώσαμε ακριβά. Δεν μας μάλωσε απλά. Μας πρόσβαλε, μας εξευτέλισε, μπροστά σε όλα τα παιδιά του χωριού, Μας έβαλε να λέμε ένας ένας " έιμαι λύκος", "είμαι κτήνος"... Τα ζώα στο χωριό ζούσαν μαζί με τους ανθρώπους. Είμασταν ένα. Όπως είχαμε εμείς ονόματα, είχαν κι αυτά. Καποιες φορές και προσωνύμια ή παρατσούκλια. Μπάλιος, Μπάρτζος, Κίτσιος, Καρράς, Ρούσος, Ντορής, Ψαρής, Ζιάπα, Μαρίκα, Μπάλθα, Ψαριά,κλπ για τα άλογα και τις φοράδες. Μέρτζιος, Τζέρμπος Γιώτης, Γκέσα, Λάφα, Αράπα, Γαλάνα, Σίβα κλπ για τα μουλάρια. Τα γαϊδούρια, που ήταν λίγα, έφεραν συνήθως το όνομα του αφεντικού τους: Το γουμάρι της Ότας, το γουμάρι του Αντρέα, η γουμάρα της Στέλλας , το γουμάρι του Αντρόχια κλπ. Τα γιδοπρόβατα ήσαν ένας άλλος κόσμος. Δεκάδες ονόματα σύμφωνα με το χρώμα, την ηλικία, το φύλο, τον χαρακτήρα κλπ. Άλλα για τα γίδια, άλλα για τα πρόβατα. Όπως και τα κουδουνια. Ξεχωριστά για το κάθε είδος. Κυπριά, μπίμπες, τσιουκάνια, τρικάκια και πάει λέγοντας... Ένας θαυμάσιος κόσμος, ένας πλούτος λεξιλογικός με καταβολές ελληνικές, βλάχικες, αλβανικές, σλάβικες, τούρκικες...όλη ιστορία των Βαλκανίων αποτυπωμένη και στον κόσμο των ζώων. Εμείς τα παιδιά είμασταν πολύ δεμένα με αυτόν τον κόσμο. Ακόμα και τα παιχνίδια μας σε μεγάλο βαθμό ήταν επηρεασμενα ή εμπνευσμένα από την ζωή των ζώων, από την κοινωνία τους. Ανάμεσα στα άλλα και ίσως το πιο αγαπημένο μας παιχνίδι ήταν το "τσουκουτιάρινας, ημεριάρινας". Σε αυτό παίζαμε το ρόλο αλόγων οι περισσότεροι με συγκεκριμένα ονόματα ζώων του χωριού και ένας δύο ήταν άνθρωποι. Οι άνθρωποι, λοιπόν, προσπαθούσαν να ημερέψουν, να δαμάσουν, τα δήθεν άγρια άλογα με την μέθοδο του τσιοκοτίσματος (ευνουχισμού). Το σώμα μου θυμάται έντονα μάλιστα, αυτόν τον πόνο που ένιωθα στους όρχεις, όταν φίλοι προσπαθούσαν να με ευνουχίσουν-ημερέψουν, Έπρεπε να φτάνω στα όρια των αντοχών μου πριν παραδοθώ, πριν ημερέψω, Ήταν θέμα τιμής, δείγμα ανδρισμού... Ήμεροι,λοιπόν, καθώς ευνουχισμένοι, εκτελούσαμε στη συνέχεια υπάκουα τις εντολές των αφεντικών, που μπορούσαν να μας καβαλλικεύουν, να μας φορτώνουν κλπ.! Αυτός ο υπέροχος κόσμος άρχισε να χάνεται στα χρόνια της εφηβείας μου. Έζησα το τέλος του. Θυμάμαι όταν πουλήσαμε τον αργκιλέ μας στους τζαμπάζηδες από τα Γιάννινα. Θυμάμαι να κατηφορίζουν προς την Κιάτρα Ντισικάτα κι εμείς να γνέφουμε άσπρα μαντήλια μούσκεμα στο δάκρυ, Ώ λέλε...

📷

118 views

Recent Posts

See All

© 2018 by Vassilis Nitsiakos 

  • Facebook Clean Grey