Search
  • Vassilis Nitsiakos

ΟΤΑ ΑΛΙ ΤΣΙΟΥΣΗ Ή ΤΑ ΠΕΡΙΘΩΡΙΑ

Αυτή που εγώ γνώριζα ως γιαγιά Ότα (από το Θεοδώτα), καθώς, έχοντας καλή σχέση με την μάνα μου, ερχόταν συχνά στο σπίτι μας στο Μουσαλάρι, στους πολλούς, ιδιαίτερα τους Βλάχους, ήταν γνωστή ως «Ότα αλί Τσιούση». Προφανώς Τσιούση ήταν το όνομα της μητέρας της, η οποία με την σειρά της ήταν γνωστή, αν δεν απατώμαι, ως « Τσιούση αλί Τσιόνη». Από ό,τι φαίνεται, υπάρχει εδώ μια ένδειξη μητροπλευρικότητας, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την ανεπίσημη ονοματοδοσία. Είναι αλήθεια ότι, παρά το γεγονός της ανδρο-πατροπλευρικής οργάνωσης και της ανάλογης κυρίαρχης ονοματοδοσίας, πολύ συχνά σε ένα εναλλακτικό επίπεδο είχε σημαντική παρουσία και μια ονοματοδοσία που έδινε έμφαση στην γυναικεία πλευρά. Ας πούμε, κυριάρχο ήταν το σύστημα οι γυναίκες να είναι γνωστές και να προσφωνώνται με το όνομα του άντρα τους ( π.χ. Τσαλ’ Γιώργου= Γιώργαινα), αλλά εναλλακτικά στην κοινότητα, ακόμα και μεταξύ των αντρών, μπορούσε ένας άντρας να είναι γνωστός με το όνομα της γυναίκας (π.χ. Γιώργου αλί Κούλη= ο Γιώργος της Κούλας)!

Η Ότα, λοιπόν, ήταν μια πό τις περσόνες στο Μουσαλάρι. Ήταν Ντενισκιώτισα, αλλά από αυτούς που είχαν σταματήσει να ανεβαίνουν εκεί τα καλοκαίρια, έχοντας ως μόνιμη κατοικία το Μουσαλάρι. Πρόκειται για μια μεγάλη κατηγορία Ντενισκιωτών, που κάποια χρονική στιγμή για διάφορους λόγους εγκατέλειψαν τον ημι-νομαδικό βίο και έγιναν εδραίοι, κατά κανόνα στα μέρη που προηγουμένως ξεχειμώνιαζαν. Το σπίτι της ήταν στο κέντρο του χωριού, κοντά στην πλατεία, αλλά απόμερα σε ένα σοκάκι. Απέναντι ακριβώς ήταν το σπίτι του Τάκη Ράφτη, της γνωστής οικογένειας των Ραφταίων, από τις πλέον ευκατάστατες. Το σπίτι του Τάκη ήταν ένα ωραίο διώροφο σπίτι με χαρακτηριστικά τοπικής αρχιτεκτονικής που τραβούσαν το μάτι του κάθε περαστικού. Σε αντίθεση με αυτό και ακριβώς απέναντι ήταν το σπίτι της Ότας, ένα χαμόσπιτο, που, αν δεν με απατά η μνήμη μου, έμοιαζε μάλλον με ντάμι. Ήταν χτισμένο με πλίνθους και για σκεπή έιχε παλιά κεραμίδια και, αν θυμάμαι καλά, και λαμαρίνες. Απόμερα, λοιπόν, αλλά κοντά στην πλατεία το σπίτι της και χαμόσπιτο απέναντι σε ένα «αρχοντικό»…Χαρακτηριστική περίπτωση κατώτερης κοινωνικής θέσης σε συνδυασμό με μια διάσταση περιθωρίου ως προς την ίδια την οργάνωση του χώρου, την δομή του οικισμού.

Πέρα, όμως, από τα χωρικά χαρακτηριστικά, η ίδια η κοινωνική υπόσταση της Ότας την κατέτασσε σε ένα είδος περιθωρίου, στις ρωγμές του συστήματος. Επρόκειτο για μια μοναχική γυναίκα τρίτης ηλικίας. Για τον άντρα της εγώ τουλάχιστον δεν είχα ακούσει ποτέ. Θα πρέπει να είχε μείνει χήρα πριν πολλά χρόνια. Είχε έναν γιο, ο οποίος ζούσε αλλού. Προσωπικά τον είχα ιδεί λίγες φορές. Της έμοιαζε καταπληκτικά. Αυτός ο γιος είχε μάλιστα ένα σοβαρό τροχαίο ατύχημα με μηχανή και , αν θυμάμαι καλά, είχε χάσει το ένα του μάτι. Η Ότα είχε τότε δυσκολευτεί περισσότερο προσπαθώντας να μαζέψει λεφτά για την εγχείριση του γιου της.

Επρόκειτο, λοιπόν, για μια μόνη γυναίκα, για την οποία οι περισσότεροι δεν ήξεραν από πού κρατάει η σκούφια της, επρόκειτο για μια δική τους «ξένη». Ξένη και παράξενη, μέσα στην μοναξιά της. Ήταν και η μορφή της. Πολύ μελαχροινή με καμπούρα και ένα πρόσωπο άσχημο, με γαμψή μύτη και δόντια κάπως πεταμένα έξω. Δεν είναι τυχαίο ότι τα παιδιά την φοβόταν και την αποκαλούσαν μάγισσα. Είχε, εκτός από τη μορφή της, και όλα τα άλλα κοινωνικά χαρακτηριστικά μιας οριακής ύπαρξης, τέτοιας που εύκολα ταξινομούνταν στην κατηγορία των μαγισσών.

Ήταν μόνη, γριά χήρα, κάπως ξένη και παράξενη, ζούσε σε σπίτι που ήταν και δεν ήταν σπίτι, στο κέντρο αλλά στα όριά του, σε ένα παρασόκακο ανήλιο, που μάλλον ήταν τόπος των ζώων πριν κατοικήσει εκείνη. Είχε όλα τα χαρακτηριστικά οριακής ύπαρξης γεμάτης αμφισημίες. Όντας, λοιπόν, στις ρωγμές του συστήματος και συμβολικά, εκπροσωπούσε και την απειλή του, θυμίζοντας ακριβώς τα όριά του και την επικινδυνότητα των περιθωρίων.

Ωστόσο, για μένα προσωπικά τα πράγματα δεν ήταν καθόλου έτσι. Την ένιωθα σαν συγγενή μου, όχι μόνον διότι ερχόταν συχνά στο σπίτι μας, καθώς η μάνα μου την συμπονούσε και την στήριζε αλλά και γιατί ακριβώς λόγω των περιθωριακών της χαρακτηριστικών ασκούσε και σε μένα μια γοητεία και μου άρεσε να την βλέπω και να την ακούω…

Θυμάμαι, τέλος, ένα περιστατικό, που δείχνει και την εμτιμότητά της μέσα στην φτώχεια της. Όταν ο γιος της έπρεπε να χειρουργηθεί, απευθύνθηκε και στη μάνα μου για δανεικά χρήματα. Της έδωσε, αν θυμάμαι καλά, ένα χιλιάρικο, μεγάλο σχετικά ποσό για εκείνη την εποχή και για το δικό μας πουγκί. Αρκετό καιρό μετά, η Ότα μάζεψε τα λεφτά, δουλεύοντας εδώ κι εκεί, και κάλεσε τη μάνα μου να τα δώσει. Βάζοντας το χέρι της σε μια εσωτερική τσέπη να βγάλει τα λεφτά, διαπιστώνει ότι είχαν γίνει άφαντα. Τι είχε γίνει; Λίγο πριν την είχαν επισκεφτεί δύο τσιγγάνες, οι οποίες με την μέθοδο της απασχόλησης της τα έκλεψαν. Αμέσως κινητοποιήθηκαν, ειδοποίησαν τον Γιάννη τον Κουνιστή, τον γνωστό τοποτηρητή της τάξης κατά την επταετία, ο οποίος τις καταδίωξε και κατάφερε με γερό ξύλο να πάρει πίσω το χιλιάρικο.

Το περιστατικό έχει την αξία του κυρίως διότι δείχνει την εντιμότητα αυτής της γυναίκας, που ξενοδούλευε κάνοντας ό,τι εργασία εύρισκε, προκειμένου να είναι αξιοπρεπής. Για μένα ήταν μια καλή μάγισσα!

233 views

Recent Posts

See All

© 2018 by Vassilis Nitsiakos 

  • Facebook Clean Grey