Search
  • Vassilis Nitsiakos

Ο ΣΟΦΑΣ Ή ΜΕΤΕΩΡΟΛΟΓΙΑ


Ο Σόφας υπήρξε μια μορφή που έχει καταγραφεί στην συλλογική μνήμη των χωριανών σαν ένας άνθρωπος που φιλοδοξούσε να μείνει στην ιστορία για τον περιπετειώδη βίο του αλλά και για τις εν γένει δεξιότητές του, γιατί όχι και για την σοφία του. Τόσο πολύ, που πράγματι κάποια στιγμή μάζεψε μερικούς νεώτερους εγγράμματους στο καφενείο να τους υπαγορεύσει την οδύσσειά του, προκειμένου να γίνει βιβλίο. Ήταν ένα βράδυ του Οχτώβρη, πριν ξεκινήσουν τα κοπάδια για τα χειμαδιά, που δεν είχε αρμεγές και τέτοια, και οι άντρες πέρναγαν πολλές ώρες στα καφενεία. Ανέλαβαν, λοιπόν, ο Τόλης, Πίδης και καναδυό άλλοι να γράψουν σε ένα τετράδιο τον βίο και την πολιτεία του. Αυτά που έλεγε βέβαια και τα θεωρούσε μεγάλες περιπέτειες ή και κατορθώματα ήταν συνηθισμένες ιστορίες βοσκών, καθημερινά συμβάντα και συναναστροφές, ακόμα και παθήματα που ο ίδιος τα θεωρούσε άξια να μείνουν στην ιστορία αλλά η ομήγυρη κρατιόταν με δυσκολία να μην σκάσει στα γέλια. Ενώ αυτά συνέβαιναν και η συγγραφή προχωρούσε, κάποια στιγμή μπουκάρει μέσα η γυναίκα του και εκνευρισμένη παίρνει το τετράδιο και το κάνει κομμάτια, κατηγορώντας τους «γραμματείς» ότι κοροϊδεύουν τον άντρα της. Κάποιος φρόντισε, προφανώς, να την ειδοποιήσει για τα δρώμενα στο καφενείο …

Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι το τετράδιο έγινε κομμάτια, έμειναν ορισμένες φράσεις, κατεβατά, ακόμα και στίχοι, σαν τις στερεότυπες εκφράσεις στα ομηρικά έπη, ζωντανά στην προφορική παράδοση της κοινότητας. Σε αυτές τις αφηγήσεις ενσωματώθηκαν και διάλογοι με τους «γραμματείς» κάνοντάς τες ακόμα πιο ζωντανές. Μια από αυτές:

« Iaram tu ună puduri singuru și agiunu ca laiĺi lai. Cîndu vedu ună niști ci namisa di pońi. Ș’ iasti aumbră, ș’ iasti ursă, ș’ iasti omu? Cîndu vedu iao!

–Cari iao?

–Nîsă!

-Cari nîsa?

-Acia!

-Cari acia?

- Ghilitsa, διάολε! Ti ari draclu ca nu avdzî κιόλας!»

(«Ήμουν σε ένα δάσος μονάχος και νηστικός, σαν τους μαύρους ο μαύρος. Ξαφνικά βλέπω κάτι τι ανάμεσα στα δέντρα. Να είναι σκιά, να είναι αρκούδα, να είναι άνθρωπος; Όταν βλέπω, αυτή!

-Ποια αυτή;

-Η ίδια!

Ποια ίδια;

-Εκείνη!

-Ποια εκείνη;

Η ‘Γγελίτσα, διάολε. Σε έχει διάβολος που δεν ακούς κιόλας!»

‘Γγελίτσα ήταν η Βαγγελίτσα, δηλαδή η γυναίκα του. Η δυσκολία να προφέρει το όνομά της έχει να κάνει με το ταμπού στους Βλάχους ( και όχι μόνο βέβαια) παλιότερα να προφέρουν τα ονόματα των συζύγων. Αναφέρονταν σε αυτούς ή αυτές με αντωνυμίες και απευθύνονταν με το «Οlia» και «(o)lai», που σημαίνει «μαρή» και «ορέ»…

Στην προφορική παράδοση διασώθηκε επίσης κι ένα σατιρικό στιχούργημα που «έπλεξε» ένας συγχωριανός για τον Σόφα και ο ίδιος ήθελε να ενταχθεί στην οδύσσειά του:

Ună seară di la Gortsî

ci ai lai Sofa de nu potsî?

-Mi acîtsă unu cîtșîmoru

Și aduchescu ca va s’ moru.

-Alai, Nicu, cusurine

naca ști vîră yitrii tine?

-Enisi pinichiline

Vini tsal’ Cola și lu frică

Și Sofa di ună si sculă»

(Ένα βράδυ στην Γκορτσιά/ τι έχεις βρε Σόφα και δεν μπορείς; - Με έπιασε ένας πόνος/ και καταλαβαίνω ότι θα πεθάνω./-Ορέ, Νίκο, ξάδελφε,/ μήπως έχεις κανένα γιατρικό;/- Ένεση πινικιλίνη./ Ήρθε η Νίκαινα και τον έτριψε/ και ο Σόφας αμέσως έγιανε).

΄Εμειναν και άλλα, τα οποία λέγονται και ξαναλέγονται και σμιλέυονται με το χρόνο. Ο κάθε αφηγτής προσθέτει ή αφαιρεί τα δικά του…». Όπως με κάθε παράδοση στις κοινωνίες της «προφορικότητας», καθώς λένε οι ανθρωπολόγοι…

Ιστορίες πολλές, μέσα σε μια. Την ιστορία του Σόφα. Ανάμεσα σε αυτές ιδιαίτερη θέση στην δική μας οικογένεια είχε η ακόλουθη: Ήταν κοντά του Άι Δημήτρη, καιρός για το διάβα προς τα χειμαδιά. Το 1958. Χρονιά που γεννηθήκαμε εγώ και η ξαδέρφη μου η Σούλα. Εγώ τον Αύγουστο κι εκείνη τον Σεπτέμβρη. Κονακέψαμε το πρώτο βράδυ στη Ζιάμπιανη, κοντά στο Επταχώρι. Μαζί με εμάς ήταν και ο Σόφας, ο οποίος, εκτός των άλλων, είχε και πολλά γαϊδούρια. Τα είχε αδυναμία. Και βέβαια ήταν και ο εμπειρικός μετεωρολόγος του χωριού. Κρατούσε τα μερομήνια και μπορούσε από τους ανέμους, τα σύννεφα, την υγρασία κλπ. να προβλέπει τον καιρό. Ξεφόρτωσαν, λοιπόν, στην Ζιάμπιανη και έκαναν με τα ντέγκια κάτι σαν αυτοσχέδιες καλύβες για να ξημερώσουμε. Ρώτησαν τον Σόφα για τον καιρό, έτσι ώστε να φροντίσουν για μας τα νεογέννητα να μας πάνε στο Επταχώρι, εάν δεν ήταν καλός. Ο Σόφας απεφάνθη στοχαστικά, αφού κοίταξε τον ουρανό, ότι ο καιρός ήταν μια χαρά. Έτσι, έδωσε και δύο σαμάρια από τα γαϊδούρια του, για να μας βάλουν εμάς να κοιμηθούμε σαν σε σαρμανίτσες ( γυρισμένα ανάποδα).

Το βράδυ πιάνει μια σφοδρή χιονοθύελλα, από τις σπάνιες τέτοια εποχή. Όλοι στράφηκαν εναντίον του «μετεωρολόγου». «Τι μας έκανες, μωρέ Σόφα…». Ο ίδιος με αυστηρό ύφος απαντούσε ότι ήταν ένα μικρό «διαολοσύννεφο» που δεν το πρόσεξε και ζητούσε τα σαμάρια να μην κρυώσουν τα γαϊδούρια του!

Αναγκαστικά αποφάσισαν να πάνε τις λεχώνες με τα μωρά νύχτα και μες στην χιονοθύελλα στο Επταχώρι. Τις ανέβασαν σε δυό άλογα, το ένα πίσω από το άλλο και το πρώτο το τραβούσε από το καπίστρι ο θείος ο Θεόφιλος. Στο ποτάμι, αφηγείται η μάνα μου, το «νερό θολό κατεβασμένο», έφτανε ως τα σαμάρια των ζώων και οι ίδιες μας σήκωναν ψηλά με τα χέρια τους μην μας πάρει το ρεύμα…

Έφτασαν με τα πολλά στο Επταχώρι, όπου φιλοξενήθηκαν από τον πρόεδρο, για πάνω από μια βδομάδα, δίπλα στο τζάκι, γευόμενες τα διάφορα κυνήγια που έφερνε…

Χρόνια μετά, ρωτούσα τον μπάρμπα Σόφα, αν όλα αυτά ήταν αληθινά και δυσκολεύονταν. Για το τελευταίο συμβάν, επέμενε ότι τον ξεγέλασε αυτό το μικρό το «διαολοσύννεφο»!

Από τον Σόφα, που ήταν και μακρινός συγγενής μου, έμαθα παρα πολλά, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά προλήψεις και δεισιδαιμονίες, στοιχεία λαϊκής μετεωρολογίας και κτηνιατρικής. Απολάμβανα τον τρόπο που είχε να αφηγείται και να σχολιάζει πράγματα και καταστάσεις. ΄Ηταν και αυτός ένα από τους πολύ ιδιαίτερους ανθρώπους του χωριού που θυμάμαι με πολύ αγάπη!

0 views

© 2018 by Vassilis Nitsiakos 

  • Facebook Clean Grey