Search
  • Vassilis Nitsiakos

Ο ΤΟΛΙΟΣ Ή Η ΠΟΥΡΝΑΡΙΑ

Με τους Σαρακατσάνους στο Μουσαλάρι, στα χειμαδιά, είχαμε ιδιαίτερες σχέσεις. Καθόλου εχθρικές σαν αυτές που περιγράφει η Αγγελική Χατζημιχάλη. Το αντίθετο. Όχι μόνο συνεργασία είχαμε, αλλά και μεγάλες φιλίες, που επισφραγίστηκαν με δύο κουμπαριές, μία με τους Γκανατσιαίους και μία με τους Κουναίους. Είμασταν συνορίτες και η συνεργασία, η αλληλοβοήθεια και η αλληλεγγύη ήταν στην ημερήσια διάταξη. Μα στην αρμεγή, μα στην μεταφορά του γάλατος, μα στο φαγητό...

Στην Καψάλα, στο πιο βόρειο βοσκοτόπι μας, συνορεύαμε με τους αδελφούς Θόδωρο και Μήτρο Γκανάτσιο. Τα μαντριά μας ήταν ακριβώς το ένα απέναντι στο άλλο. Ένα ρέμα μας χώριζε, που ήταν και το σύνορο. Δεν ξεχώριζαν εκείνα τα χρόνια οι στάνες ούτε τα καλύβια μας. Και οι δικές τους δεν ήταν κυκλικές, όπως παλιότερα. Είχαν περάσει κι αυτοί στις τετράγωνες. Εξελίχτηκαν!

Θυμάμαι, λοιπόν, αρκετές φορές να κοιμάμαι στην καλύβα τους, είτε γιατί έλειπαν οι μεγάλοι, είτε από επιλογή μου, να είμαι παρέα με τα παιδιά του Θόδωρου που είματσαν σχεδόν συνομίληκοι, τον Τόλιο και τον Κήτο. θυμάμαι, επίσης να μεταφέρουμε το γάλα μαζί στο τυροκομείο, που ήταν κανένα μισάωρο μακριά, στο Ρετζιούνι. Έπρεπε να περνάμε δίπλα από το έρημο και ερειπωμένο ομώνυμο Τουρκοχώρι, όπου οι μεγαλύτεροι μας φοβέριζαν ότι θα βγεί ο Τούρκος.... Κάποιες φορές που πέρναγα μόνος μου φοβόμουνα πραγματικά και μια φορά μου φάνηκε ότι τον είδα! Παλιοχώρι το λέγαμε και εκεί τριγύρω υπήρχαν άλλες μάντρες, Κουναίων και άλλων Γκανατσιαίων.

Με τον Τόλιο, αν και ήταν τρία χρόνια μεγαλύτερός μου, είχα δεθεί αρκετά. Είχε κι αυτός κάτι ιδιαίτερο, κάτι που τον δυσκόλευε στην κοινωνική προσαρμογή. Ήταν ένα είδος Πατούχα. Προτιμούσε την στάνη από το χωριό και τα πρόβατα από τα γράμματα. Ο πατέρας του ο Θόδωρος ήθελε να τον σπουδάσει κατά την συνήθεια των Σαρακατσαναίων να σπουδάζουν τα πρωτότοκα αγόρια. Ο Τόλιος όμως δεν τα έπαιρνε τα γράμματα. Δεν τα ήθελε. Θυμάμαι ένα γράμμα που του είχε στείλει μια φορά ο πατέρας του από το Καϊμάκτσαλαν, στο οποίο του έγραφε επί λέξει: "Παιδί μου Τόλιο, μάθε γράμμα, μην αγαπήσεις την πορνάρα. Σήμερα βρέχει , αύριο χιονίζει, η καραβάνα γιομίζει". Ο Τόλιος, ωστόσο, αγαπούσε την πουρνάρα. Θυμάμαι μια μέρα του Απρίλη, ηλιόλουστη αλλά κρύα,που είμασταν ξαπλωμένοι με τις κάπες πάνω σε μια θαμνώδη πουρναριά, να μου λέει: "Όσο φ'λάει η πουρναριά, δεν φ'λάει η Παναγιά".. Ήταν Μεγάλη Παρασκευή, και με ρώτησε : " σήμερα είναι απ' γκιζερνάν τον Χριστό αυτού σια κάτ΄;"

Αυτός ήταν ο Τόλιος. ένα πανύψηλο παλλικάρι με καστανόξανθα μαλιά και καθαρό βλέμμα. Δεν καταλάβαινε γιατί ντε και καλά έπρεπε να μάθει γράμματα, να κάνει αυτό που ήθελαν οι άλλοι και να μην κάνει αυτό που ήθελε αυτός, που δεν ήταν τίοπτα άλλο από το να συνεχίσει τον τρόπο ζωής του πατέρα του και των προγόνων του... Δεν το καταλάβαινε και γι' αυτό τον έκαναν να νιώθει όχι μόνον απροσάμοστος αλλά και χαζός. Μου το έλεγε με παράπονο. Το μεράκι του ήταν τα πρόβατα. Του άρεσε να περιποιείται τα άλογα, να ακούει τα κυπριά από τα γίδια και να φαντασιώνεται τραγιά γκισέμια με μεγάλα κουδούνια να οδηγούν το κοπάδι στο διάβα για τα βουνά...

Και οι πολιτικές αντιλήψεις του Τόλιου ήταν ανάλογες. Συνέχιζε την παράδοση των παλιών Σαρακατσάνων να είναι βασιλόφρονες και εθνικόφρονες. Θυμάμαι να μου λέει, κάτι που έλεγε κι ο πατέρας του, όταν είχαν διώξει τον βασιλιά, ότι δηλάδή κοπάδι δίχως γκισέμι δεν γίνεται...

Ο Τόλιος φυσικά μετά βίας έβγαλε το δημοτικό. Δεν ξέρω τι απέγινε γιατί η οικογένεια κάποια στιγμή μετακόμισε στο χωριό Νάματα, όπου συνέχιζε να ξεχειμωνιάζει. Δεν ξέρω επίσης εάν συνεχίζουν να ανεβαίνουν τα καλοκαίρια στο Καϊμάκτσαλαν. Κάποια φορά που βρέθηκα στην περιοχή ρώτησα αλλά δεν πήρα ακριβή απάντηση, Είμαι σίγουρος ότι ο Τόλιος είναι πιο ευτυχισμένος με τα ζώα από ότι θα ήταν με τα γράμματα, παρότι οι εποχές άλλαξαν και το να είσαι βοσκός είναι μάλλον πρόβλημα....


182 views

Recent Posts

See All

© 2018 by Vassilis Nitsiakos 

  • Facebook Clean Grey