Search
  • Vassilis Nitsiakos

Ο ΤΣΙΟΜΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΔΑΧΤΥΛΟ


Ο Τσιόμας , ένας από τους πλέον συμπαθείς όσο και γραφικούς τύπους του χωριού, ήταν κοντός, μελαχροινός με σγουρά μαλιά και χαρακτηριστικό περπάτημα. Βάιζε λίγο προς τα δεξιά καθώς περπατούσε, δίχως να έχει κάποιο ανατομικό πρόβλημα ή τουλάχιστον δεν φαινόταν να υπάρχει κάτι τέτοιο. Ήταν μια έξη μάλλον που την απέκτησε λόγω της τάσης που είχε να θέλει να ξεχωρίζει. Ήθελε πάντοτε να τον προσέχουν και προκειμένου αυτό να συμβαίνει μπορούσε να κάνει οτιδήποτε. Είχε, βέβαια, και μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, όχι μόνον σε ό,τι αφορούσε τις κτηνοτροφικές ή άλλες επαγγελματικές ικανότητες και δεξιότητες αλλά και για πράγματα όπως η πρόβλεψη του καιρού αλλά και του ίδιου του μέλλοντος των ανθρώπων και του κόσμου ολόκληρου. Κατά τον εμφύλιο πόλεμο και ενώ συνεχιζόταν ο αλληλοσπαραγμός στα βουνά μας, ο Τσιόμας επαναλάμβανε όπου στεκόταν και όπου βρισκόταν απογοητευμένος και βαθυστόχαστος: «Ακούστε εδώ παιδιά, δεν φταίν ούτε οι αντάρτες ούτε ο στρατός. Είναι οργή Θεού για να χαθεί ο κόσμος!». Και το έλεγε ξανά και ξανά με έναν τρόπο ρυθμικό, όπως απαγγέλουν τα δημοτικά τραγούδια…

Από αυτόν τον αδελφοκτόνο και καταστροφικό πόλεμο ο Τσιόμας «κληρονόμησε» και ένα στραβό δάχτυλο. Περιεργαζόταν μία νάρκα , από αυτές που υπήρχαν χιλιάδες στον Γράμμο μετά την λήξη του πολέμου και από τις οποίες σκοτώθηκε και κόσμος σε καιρό ειρήνης, και για κακή του τύχη εκπυρσοκρότησε, με αποτέλεσμα να τον «πάρει» στο μικρό δάχτυλο του δεξιού χεριού του. Το δάχτυλο αυτό από τότε έμεινε ατραβό, δηλαδή είχε πάρει μια κάθετη προς τα άλλα δάχτυλα κλίση, με αποτέλεσμα να εξέχει και να φαίνεται κάπως αστείο.

Το δάχτυλο αυτό, λοιπόν, του δημιουργούσε διάφορα προβλήματα. Ας πούμε δυσκολίες όταν έπρεπε να φορτώνει τα γαϊδούρια του και είχε πολλά από αυτά. Η μεγαλύτερη όμως δυσκολία ήταν να βάζει το χέρι αυτό στην τσέπη του. Το μικρό στραβό δάχτυλο δεν έμπαινε με τίποτα και ο Τσιόμας «γινόταν Τούρκος». Αφού το στόλιζε με διάφορους χαρακτηρισμούς καταλήγοντας στον κυριότρεο που ήταν «σακατίνα», το έπιανε μες τα νεύρα του με δύναμη, το ίσιωνε και το έχωνε μέσα στην τσέπη, σχεδόν δακρύζοντας από τον πόνο. Έπρεπε να το κάνει. Ήταν θέμα εγωισμού. Να μην μπορεί να βάζει τα χέρια στις τσέπες όπως όλοι οι άλλοι άντρες; Αν ήταν δυνατόν...

Σε όλη του αυτή την προσπάθεια είχα παρατηρήσει καποιες φορές που ήταν μόνος του να πιάνει ολόκληρο διάλογο με το δάχτυλό του το σακάτικο. Τον θυμάμαι ένα απόγευμα να κάθεται στο πεζούλι του σπιτιού του στο Μουσαλάρι και να μονολογεί. Πλησιάζοντας κάπως πίσω από έναν τοίχο, δίχως εκείνος να με βλέπει, τον άκουσα να «συνομιλεί» με το δάχτυλό του. Το μάλωνε στην αρχή αλλά μετά μαλάκωσε και έγινε τρυφερός μαζί του. «Τι φταις εσύ και σε μαλώνω» του έλεγε. « Το κακό μου το κεφάλι φταίει. Ποιος μου είπε να πιάσω αυτή την παλιονάρκα; Αλλά κι αυτοί γιατί να την πετάξουν εκεί; Και οι αντάρτες και ο στρατός. Τι με νοιάζει εμένα. Και τους το έλεγα. Δεν φταινε και αυτοί. Οργή Θεού ήταν. Για να χανόταν ο κόσμος. Ε, κι εγώ έχασα το δάχτυλο. Δεν το έχασα αλλά στράβωσε. Στράβωσε το στραβό. Αλλά τι φταίει, λέω πάλι. Αυτοί που κάνουν πόλεμο φταίνε. Αλλά ποιοι είναι αυτοί; Άλλοι λένε οι Αμερικάνοι, άλλοι λένε οι Ρώσοι…Αλλά εμείς πήραμε τα όπλα να σκοτώσουμε ο αδερφός τον αδερφό. Και σκοτώθηκαν αδέρφια μεταξύ τους. Σκοτώθηκαν άνθρωποι. Κι εγώ κλαίγομαι για ένα δάχτυλο που στράβωσε; Ε, στράβωσε. Τι να το κάνω. Στράβωσε. Μόνο που δεν μπαίνει στην τσέπη και απαλλιώς… Και με κοροϊδεύουν και άλλοι καμιά φορά. Καλά, μου λένε, άλλοι πολέμησαν κι εσύ τραυματίστηκες, ρε Τσιόμα; Είναι κι αυτό. Αλλά γιατί έπρεπε να πολεμήσω κι εγώ; Έπρεπε να σκοτώσω κι εγώ; Γιατί; Άλλοι έλεγαν για να τρώμε με χρυσά κουτάλια, άλλοι για τη έθνος και την Βασίλισσα…Α, την Βασίλισσα…την Φρειδερίκη. Άλλοι την έβριζαν κι άλλοι την προσκυνούσαν. Εγώ έλεγα «είναι οργή Θεού» αλλά ποιος με άκουγε; Κανένας. Οργή Θεού ήταν… Οργή Θεού. Οργή Θεού…»

Και συνέχιζε αυτόν τον μονόλογο. Μιλούσε στο σακατεμένο δάχτυλο αλλά μιλούσε στον εαυτό του. Ήταν ένα είδος στοχασμού, διαλογισμού, τώρα που το σκέφτομαι. Θαρρώ, ακόμα, ότι τα δάχτυλο ήταν η αφορμή να κάνει ψυχανάλυση. Να αυτο-ψυχαναλύεται. Εκεί στο ίδιο πεζούλι. Κάθε φορά που περνάω από εκεί είναι σαν τον βλέπω. Να λέει στο δάχτυλό του: «είναι οργή Θεού»!

118 views

Recent Posts

See All

© 2018 by Vassilis Nitsiakos 

  • Facebook Clean Grey