Search
  • Vassilis Nitsiakos

ΤΑΚΗΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ Ή ΚΥΝΟΦΙΛΙΑ

Ο Τάκης ο Κολοκοτρώνης ήταν μια από τις πιο αγαπημένες μου μορφές στο Μουσαλάρι. Είχε κάτι από αερικό που μου άρεσε. Ήταν πάντοτε γελαστός και κεφάτος. Θαρρούσες πως δεν πέρναγε ποτέ κακό απ'το νου του. Το σπίτι του ήταν κοντά στης γιαγιάς μου, στον πάνω μαχαλά, στο Κόντρισι, όπως το λέγαμε περιπεκτικά οι κάτω μαχαλιώτες, και είχα την τύχη να τον συναντώ συχνά. Μου προκαλούσε μια πηγαία χαρά η όποια επαφή μαζί του. Ο Τάκης ήταν γεωργοκτηνοτρόφος αλλά μάλλον προτιμούσε την κτηνοτροφία λόγω της αγάπης που έτρεφε στα ζώα. Ιδιαίτερα στα σκυλιά. Ήταν μια σχέση παθολογικής αγάπης, τέτοιας που προκαλούσε τον γέλωτα στους υπόλοιπους συγχωριανούς.Επρόκειτο για μία τρέλλα που τον έκανε τουλάχιστον γραφικό στα μάτια των άλλων. Ανάμεσα στους χωριανούς κυκλοφορούσαν πολλές ιστορίες για την "τρέλλα" του με τα ζώα αλλά και για ό,τι οι άλλοι θεωρούσαν ελαφράδα. Εμένα όλα αυτά μου άρεσαν, γιατί έδειχναν έναν άνθρωπο ευαίσθητο και αφοσιωμένο με πάθος σε ό, τι αγαπούσε. Τόσο πολύ που αδιαφορούσε για υποθέσεις που άλλοι θεωρούσαν ζωτικές, βασικές για τον άνθρωπο. Μια από τις ιστορίες αυτές αναφερόταν στο εξής γεγονός: Ο Τάκης είχε αρραβωνιαστεί με προξενιά με κοπέλα από άλλο χωριό. Σε μια επίσκεψή της, λοιπόν, στη Ροδιά, ξεκίνησαν από τον πάνω μαχαλά να βγουν σε καφενείο του κάτω μαχαλά. Κάπου στη μέση του δρόμου, στην γέφυρα που χωρίζει τους δύο μαχαλάδες, λέγεται ότι μάλωναν κάτι σκυλιά γύρω από μια σκύλα που σκυλεύονταν. Ανάμεσα στα σκυλιά ήταν κι ένα δικό του, το οποίο μάλλον έχανε την μάχη. Βλέποντας αυτό ο Τάκης, αφήνει τη νύφη κι άρχισε να κυνηγάει τα σκυλιά. Έγινε ένα με την αγέλη...Η καημένη η νύφη έμεινε σύξυλη. Περίμενε το λεωφορείο για τον Τύρναβο, το πήρε και ...εδώ παν οι άλλοι! Δεν ξέρω αν αυτή ιστορία είναι αληθινή, αλλά η επόμενη που θα διηγηθώ είναι, διότι υπήρξα αυτόπτης μάρτυς. Στα χωριά υπήρχε ένα έθιμο, όταν κάποιος σκότωνε έναν λύκο, να τον τριγυρνάει σέρνοντάς τον από σπίτι σε σπίτι και να μαζεύει φιλοδωρήματα, από τους κτηνοτρόφους κυρίως, διότι έσωζε τα κοπάδια τους...Έτσι, λοιπόν, γύρω στο 1970, αν θυμάμαι καλά, ένας χωριανός σκότωσε έναν λύκο. Τον έδεσε από τον λαιμό με ένα σύρμα και τον γύρναγε θριαμβευτικά σε όλο το χωριό. Από πίσω τσούρμο εμείς τα παιδιά. Θυμάμαι, λοιπόν, όταν φτάσαμε στον πάνω μαχαλά, τον Τάκη να φέρνει ένα από τα σκυλιά ( είχε παρά πολλά),ίσως αυτό που θεωρούσε πιο γενναίο, για να δούμε πώς θα ορμούσε στο λύκο. Το έκαναν κι άλλοι κτηνοτρόφοι αυτό, να δοκιμάσουν τα σκυλιά τους. Ο Παρδάλης του, λοιπόν, αντί να χυμήξει στον λύκο, μάζεψε την ουρά στα σκέλια και το 'βαλε στα πόδια. Μπροστά το σκυλί, πίσω ο Τάκης με μια μαγκούρα, χάθηκαν στις χωραφιές. Ακόμα τον κυνηγάει, όπως θα λέγαν στο χωριό. Θεώρησε, βλέπετε, ότι τον ντρόπιασε. Έκανε μέρες να εμφανιστεί σε δημόσιους χώρους... Έχω κι άλλες ιστορίες με τον Τάκη. Όπως αυτή με τα περιστέρια του, που δηλητηριάστηκαν μαζικά, καθώς ο γείτονάς του έβαλε δηλητήριο στο χωράφι του, όπου πήγαιναν και του έκαναν ζημιά, και τα έδεσε όλα, καμιά εκατοστή με μια τριχιά και ξεκίνησε να πάει στα δικαστήρια στον Τύρναβο να κάνει μήνυση. Ο Τάκης δεν ήταν αλαφρός. Αθώος ήταν. Μια ψυχούλα κι ας ήταν τεράστιος. Πανύψηλος, γεροδεμένος, ξανθός με ροδοκόκκινα μάγουλα. Ήταν ιδιαίτερος. Ήταν ξεχωριστός. Από τους ανθρώπους που οι πολλοί δεν τους καταλαβαίνουν και εύκολα περιφρονούν. Σε μένα πάντοτε αυτοί οι άνθρωποι ασκούσαν ιδιαίτερη γοητεία. Γι' αυτό και τους αγαπώ. Τους έχω αδυναμία. Με εμπνέουν. Να είσαι καλά Τάκη με την Μαρίκα και την Χαϊδούλα σου. Ελπίζω η δεύτερη να σού έκανε και εγγόνια... 📷

0 views

© 2018 by Vassilis Nitsiakos 

  • Facebook Clean Grey