Search
  • Vassilis Nitsiakos

To Νερό στην «Παραδοιακή» Κοινωνία

Είναι κοινοτοπία πια η διαπίστωση ότι η σχέση του ανθρώπου με τη φύση είναι μια διαμεσολαβούμενη σχέση. Είναι μια σχέση που διαμεσολαβείται από την κοινωνία. Ο άνθρωπος παράγει ιστορία από τη στιγμή που ως κοινωνικό ον αρχίζει να οικειοποιείται τη φυση. Η οικειοποίηση της φύσης από τον άνθρωπο συνιστά μια ομαδική προσπάθεια αξιοποίησης των στοιχείων της πρώτης προς όφελος του δευτέρου με όρους συγκεκριμένους, που εκφράζουν αλλά και διαμορφώνουν τον ίδιο το χαρακτήρα της κοινωνικής οργάνωσης.

Μέσα απ’ αυτή τη διαμεσολαβούμενη και διαλεκτική σχέση ανθρώπου-φύσης δηλαδή τη διαλεκτική σχέση κοινωνίας με το φυ­σικό της περιβάλλον διαμορφώνονται, εξελίσσονται και αναπα- ράγονται οι κοινωνικοί σχηματισμοί. Η αναζήτηση δε των όρων με τους οποίους «διαλέγεται» η κοινωνία με το φυσικό της περι­βάλλον κάθε φορά προϋποθέτει την εξέταση του συγκεκριμένου ιστορικού πλαισίου του συγκεκριμένου σχηματισμού.

Από την παραπάνω τοποθέτηση απορρέει και η άποψη, ότι η χρήση κάθε στοιχείου της φύσης, κάθε φυσικού πόρου, κάθε «πλουτοπαραγωγικού» πόρου, γίνεται με τρόπους που προσδιο­ρίζονται από και εκφράζουν την εκάστοτε επικρατούσα «κοινω­νική λογική», για να μιλήσουμε έτσι γενικά, αν και θα μπορούσα­με να μιλήσουμε για «τρόπο παραγωγής».

Η «κοινωνική λογική» δεν είναι τίποτα άλλο από τον γενικό αξιακό προσανατολισμό με βάση τον οποίο οργανώνεται, παρά­γει και αναπαράγεται ένας κοινωνικός σχηματισμός. Φυσικά, στον ίδιο κοινωνικό σχηματισμό μπορεί να συνυπάρχουν περισσότε­ρες της μιας και διαφορετικές μεταξύ τους «λογικές», αλλά συνή­θως υπάρχει μία ηγεμονική που καθορίζει και τον γενικό προσα­νατολισμό. Αυτή είναι συνυφασμένη με αυτό που αποκαλούμε κυρίαρχη ιδεολογία, τροφοδοτεί και διαμορφοίνει τις συλλογικές νοοτροπίες, στηρίζεται από ένα σύστημα αξιών που καθορίζει συλ­λογικές συμπεριφορές και κατά συνέπεια συνιστά το μηχανισμό διαμεσολάβησης ανάμεσα στην ανθρώπινη κοινωνία και τη φύση, δηλαδή υπαγορεύει τους όρους οικειοποίησής της».

Έτσι, στη δική μας σύγχρονη κοινωνία, όπου βασικό χαρα­κτηριστικό του προσανατολισμού της είναι η εμπορευματοποίη- ση, είναι πρόδηλο ότι αυτό το χαρακτηριστικό προεκτείνεται και εκφράζεται εξίσου κυρίαρχα και στη σχέση μας με το φυσικό μας περιβάλλον. Η επικράτηση των αξιών ανταλλαγής σε βάρος των αξιών χρήσης, τόσο σε επίπεδο αγοράς όσο και σ’ αυτό της συλ­λογικής συνείδησης, καθορίζει πια τη συλλογική μας στάση και συμπεριφορά σε όλες τις εκφράσεις της και διαμορφώνει μια σχέση με το περιβάλλον, που όλοι την κρίνουμε προβληματική, καθώς η οικειοποίηση έχει γίνει ληστρική εκμετάλλευση και η «παραδο­σιακή» ενότητα αντικαθίσταται από την αλλοτρίωση[1].

Ανάμεσα στα στοιχεία της φύσης, στους φυσικούς πόρους, κά- ποια είναι απαραίτητα για την επιβίωση του ανθρώπου, τη βιολο­γική του συνέχεια. Στη διαδικασία οικειοποίησης ακόμα και αυ­τών των βασικών φυσικών πόρων παρατηρείται ιστορικά μια εξέ­λιξη από συλλογικές σε ιδιωτικές μορφές χρήσης, με διαφορο­ποιήσεις βέβαια ανάλογα με το είδος του πόρου. Η γη, παραδείγ­ματος χάριν, βασικό μέσο παραγωγής, τουλάχιστον στην καλλιερ­γήσιμη μορφή της, έχει περάσει σχεδόν ολοκληρωτικά στη σφαί­ρα της ατομικής ιδιοκτησίας. Οι θάλασσες, οι λίμνες, τα ποτάμια παραμένουν ακόμα στη συλλογική κυριαρχία των εθνών-κρατών. Τα δάση παρουσιάζουν μια πιο σύνθετη εικόνα κ.ο.κ.

Όσον αφορά το νερό, πρόκειται για μια περίπτωση ιδιαίτερου ενδιαφέροντος. Οι δυο βασικές για την ανθρώπινη ζωή χρήσεις του, δηλαδή η χρήση του από τους ανθρώπους και τα ζώα και η χρήση του για το πότισμα της γης γενικά, υπήρξαν καθοριστικές για την «κοινωνικοποίησή» του.

Κατ’ αρχήν, η μεγάλη του αξία, η αναγκαιότητά του για την ανθρώπινη ύπαρξη, οδήγησε στη λατρεία και τη «δαιμονοποίη- σή» του. Οι παραδόσεις των λαών βρίθουν από μύθους, θρύλους, τραγούδια κ.λπ., που αναφέρονται σε στοιχειά των νερών (δρά­κοντες, λάμιες κ.λπ.), που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο κατακρα­τούν το νερό και απαιτούν ακόμα και ανθρώπινη θυσία για να το δώσουν στους ανθρώπους, αλλά στο τέλος κάποιος ήρωας-άγιος τα σκοτώνει και απελευθερώνει το νερό. Παραθέτουμε απόσπα- σμα από σχετική εργασία του Ν. Γ. Πολίτη πάνω σ’ αυτό το θέμα: «Η εν τω δημοτικώ άσματι εμφαινόμενη κατοχή του ύδατος υπό δράκοντος και ο φόνος τούτου υπό ήρωος λυτρούντος το ανθρώ­πινον θύμα, όπερ πιεζόμενοι έφερον αυτώ οι χρείαν του ύδατος έχοντες και παρέχοντος άμα ελευθέραν την χρήσιν του ύδατος, είναι μυθικά στοιχεία παλαιότατα, κοινότατα δε και εις αρχαίους ελληνικούς και εις πλείστων άλλων λαών μύθους. Εκ των αρχεγό- νων θρησκευτικών παραστάσεων περί πηγών και ποταμών, της σχέσεως αυτών προς τον άνθρωπον και της οφειλομένης εις αυ­τούς λατρείας, διεπλάσθησαν παρά διαφόροις λαοίς, χωρίς παρ’ εκάστω ως επί το πολύ, ποικίλοι μύθοι, εν οις και οι περί δρακο- ντοκτονίας, αν και των πλείστων εκ τούτων, συμφυρθέντων μετ’ αλλοτρίων στοιχείων και κατά διαφόρους διευθύνσεις αναπτυχθέ- ντων, η πρώτη αρχή κατέστη δυσανάγνωστος. Αναγνωρίζων θείαν δύναμιν εις τα ρέοντα ή στάσιμα ύδατα, τα οτέ μεν ευεργετικά, ως γονιμοποιούντα την γην και διατηρούντα την ζωήν, οτέ δ’οσάκις ωγκούντο ή απεξηραίνοντο ολέθρια, προσεπάθει ο άνθρωπος διά προσφορών να μαλάξη την οργήν ή να κινήσει την ευμένειαν αυ­τών. Κατά την ελληνικήν αρχαιότητα ήταν συνηθέστατα- τοιαύται εκδηλώσεις φόβου ή ευγνωμοσύνης προς τας πηγάς και τους πο­ταμούς, αποβαλούσα, την πρωτόγονων αγριότητα αυτών και απαν- θρωπίαν. Και σήμερον ακόμη πολλοί των κατά φύσιν λαών συνη­θίζουν να ρίπτουν εις τας πηγάς,.τους ποταμούς, τας λίμνας, πράγ­ματα, ζώα ή ανθρώπους καθοσιούντες αυτά εις τα πνεύματα των υδάτων, τα οποία πιστεύουν ότι αποδεχόμενα παραλαμβάνουν τας τοιαύτας προσφοράς αλλά και παρά λαοίς ευρωπαϊκοίς, και δή και παρά τω ημετέρω, διατηρούνται περιλείμματα των αρχαιοτρό- πων τούτων συνηθειών, αν και εξε'λιπον αι εξηγούσαι αυτάς δο- ξασίαι!...»[2]

Στη νέα ελληνική λαϊκή παράδοση κατεξοχήν δρακοντοκτό- νος ήρωας είναι ο Αϊ-Γιώργης. Ο παραμυθολογικός τύπος (Aar- ne-Thompson 300) έχει ως πυρήνα του την κατακράτηση του νε­ρού από ένα δράκοντα, μια μορφή τεράστιου φιδιού, ένα στοιχειό στενά συναρτημένο με την ίδια τη γη το οποίο απαιτεί θυσίες αν­θρώπων για να αφήνει να παίρνουν νερό από την πηγή ή το πηγά­δι που ελέγχει, ώσπόυ εμφανίζεται ο Αϊ-Γιώργης και το σκοτώνει ελευθερώνοντας έτσι και την πηγή[3].

Παραθέτουμε μια παραλλαγή παραμυθιού για τον Αϊ-Γιώργη και το δράκοντα από την Πελοπόννησο, την οποία αντλούμε από τη διδακτορική διατριβή του Μηνά Αλ. Αλεξιάδη:

«Μια φορά κι ένα καιρό ήταν ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα κι είχαν δυο κορίτσια μονάχα. Αγόρια δεν είχαν. Και αυτή η πολι­τεία που έμεναν, είχε ένα πηγάδι που μέσα σ’ αυτό ήταν ένα θεριό. Λοιπόν, αφού δεν είχαν αλλού νερό, πήγαιναν κι έπαιρναν απ’ εκεί­νο το νερό! Είχε βγει διάταγμα: ρίχνανε σκαρφία [κλήρους] και σε όποιον τύχαινε, έπρεπε να πάει να τον φάει το θεριό. Έτσι θα παίρ­νανε νερό όλη την εβδομάδα. Έφαγε το θεριό πολλά κορίτσια.

Μια Παρασκευή ρίξανε τα σκαρφία κι έτυχε της βασιλοπού­λας. Το πρωί λοιπόν έπρεπε να πάει στο πηγάδι να τη φάει το θεριό. Ο βασιλιάς έβγαλε διάταγμα: “Όποιος βρεθεί να σκοτώ­σει το θεριό και γλυτώσει την κόρη μου, θα την πάρει γυναίκα και το μισό βασίλειο”. Παρουσιάστηκε τότε ο Σατανάς κι έγινε ένας νέος όμορφος και πήγε στον βασιλιά και του λέει: “Θα σου σώσω τη θυγατέρα σου, αλλά θα μου τη δώσεις για γυναίκα μαζί και το μισό βασίλειο και θα γλυτώσει όλη η πολιτεία”. Ο βασιλιάς του λέει: “Θα στα δώσω”.

Το Σάββατο το πρωί καβάλησε ο Αϊ-Γιώργης το άλογό του και ακόνισε το σπαθί του καλά. Παίρνει και η βασιλοπούλα το βαρέλι και πάει στο πηγάδι. Τον Αϊ-Γιώργη δεν τον εγνώρισε κανένας. Ο Άγιος έδεσε το άλογό του σε μια μουριά και πήγε κι εκείνος κο­ντά με τη βασιλοπούλα. “Φεΰγα, καλό παλικάρι μου, γιατί θα μας φάει και τους δυο!” Κάθισαν μαζί στην κόχη του πηγαδιού και η βασιλοπούλα έκλαιγε. Έγειρε αυτός στην ποδιά της για να τον ψειρίσει. Σε μια στιγμή το θεριό ανέβαινε και βούιζε όλος ο τό­πος. Η βασιλοπούλα από τον φόβο της δεν μπορούσε να μιλήσει στον Αϊ-Γιώργη. Τότε έπεσε μια σταγόνα δάκρυ στα μάτια του και ξύπνησε το παιδί με φόβο. “Αχ”, της λέει, “θα μας φάει και τους δυο τώρα”. Μόλις ανέβηκε στην κόχη το θεριό, βουτάει ο Αϊ- Γ ιώργης το σπαθί και του κόβει το κεφάλι. Έκαμε κι άλλο κεφάλι και του έκοψε κι αυτό. Έβγαλε τις γλώσσες του θεριού κι άφησε τα κεφάλια. “Γιόμισε”, της λέει “το βαρέλι σου και πήγαινε και πες στον πατέρα σου να βγάλει διάταγμα να πηγαίνει όλη η πολι­τεία να παίρνει νερό χωρίς φόβο”.

Το ’μαθε ο Σατανάς, και πάει και παίρνει τα κεφάλια και τα ’βαλε σ’ ένα σακί και την Κυριακή ήρθε να πάρει τη βασιλοπούλα. “Το σκότωσα το θεριό”, είπε στον βασιλιά, “και ήρθα να πάρω τη βασιλοπούλα γυναίκα”. Παρουσιάστηκε ο Αϊ-Γιώργης και λέει στον βασιλιά: “Αφέντη βασιλιά, δεν είχε γλώσσες το θεριό;” “Είχε”, λέει ο βασιλιάς. Τηράνε λοιπόν το θεριό και δεν είχε γλώσ­σες. Ο Αϊ-Γ ιώργης παρουσίασε τις γλώσσες.

Κάλεσε ο βασιλιάς τους δεσποτάδες, τους παπάδες, έκαμε λι­βάνια και άλλα δεσποτικά πράγματα, και ο Σατανάς, μόλις παρου­σιάστηκαν οι δεσποτάδες έφυγε και ξοπίσω του πήγαν οι δεσποτά­δες και οι παπάδες κι έσκασε ο Σατανάς. Κι είπε ο Αϊ-Γιώργης στον βασιλιά, ότι αυτός που έσκασε ήταν ο Σατανάς. Και του είπε ο βασιλιάς: “Τότε την κόρη μου θα την πάρεις εσύ”. “Εγώ είμαι Άγιος και δεν παντρεύομαι και την κόρη σου να τη δώσεις σε βασίλειο”.

Εκείνοι ζήσανε καλά κι εμείς καλύτερα»[4].

Δεν είναι στις προθέσεις μας να κάνουμε ένα λαΟγραφικό σχο­λιασμό του παραμυθιού- θέλαμε απλώς να παρουσιάσουμε το μύθο ενταγμένο σε μια παραλλαγή παραμυθιού και να σημειώσουμε ότι πολλές παραλλαγές τελειώνουν με την πιθυμία του Αϊ-Γιώργη να χτίσουν εκκλησία[5].

Το καταληκτικό αυτό μοτίβο, που προφανώς λειτουργεί και ως αιτιολογική παράδοση για την παρουσία εκκλησιών ή εικονισμά­των πάνω ή δίπλα σε πηγε'ς και βρύσες απαντάται και σε πολλές παραλλαγές δημοτικών τραγουδιών με το ίδιο θέμα:

«—Σα θέλει ο αφέντης σου χάρισμα να μ’χαρίσει ας πιάσ’ να φκειάσ’ μια ακκλησιά, μια ακκλησιά στανρίσει να γράψ ’ Χριστό κι Παναγιά κι Πρόδρονμ ’ Αηγιάννη, κι ’ς τη δεξιά της τη μεριά να γράψη καβαλλάρη, αρματουμένουν μι σπαθί κι ολόχρυσο κουντάρι».[6] η «...Να πης εις τον πατέρα σου να χτίση εκκλησία, και μεσ’ ’ς τη μέση ’ς την εκκλησία να βάλη άη Γιώργη, αρματωμένο με σπαθί και με χρυσό δοξάρι».1

Όμως ο μύθος του δρακοντοκτόνου Αϊ-Γιώργη μας έχει διασω­θεί και δραματοποιημένος, στο πλαίσιο εθιμικών τελετουργιών κατά την ημέρα της εορτής του σε διάφορα μέρη της Ελλάδας. Η πιο γνω­στή περίπτωση είναι εκείνη του Νέου Σουλίου Σερρών (Σουμπά- σκιοϊ) την οποία μελέτησε ο Γ. Ν. Αικατερινίδης. Πρόκειται για ένα θρησκευτικό πανηγύρι με έντονα τα λατρευτικά στοιχεία που παραπέμπουν μέσω του δραματοποιημένου μύθου της δρακοντο- κτονίας στην ίδια τη λατρεία του νερού. Να δούμε κάποια χαρακτη­ριστικά σημεία της περιγραφής του Αικατερινίδη:

«...Μετά την τέλεσιν της θείας λειτουργίας εις την κεντρικήν εκκλησίαν οι ιερείς και το εκκλησίασμα μετέβησαν εις το παρεκ- κλήσιον του Αγίου Γεωργίου, ολίγον έξωθι του χωρίου, ένθα και το νεκροταφείον. Εκεί ετελέσθη αγιασμός είτα δε διανομή γάλα­κτος και λουκουμιών.

Ακολούθως εσχηματίσθη εκκλησιαστική πομπή υπό μορφήν λι­τανείας. Ταύτης προηγείτο έφιππος ιερεύς του χωρίου, συνοδευό- μενος υπό επιτρόπου της εκκλησίας, επίσης εφίππου.

Ηκολούθουν δύο νέοι φέροντες επί ξύλου παλαιόν σήμαντρον, είτα δ’ άλλοι κρατούντες μπαϊράκια με σπαλλέτα, δηλαδή λάβαρα επί των οποίων ήσαν προσδεδεμέναι μεγάλαι πολύχρωμοι γυναι- κείαι μαντήλες, όπισθεν δ’ αυτών, εις μακράν σειράν, παιδιά τα οποία εκράτουν εικόνας, τας οποίας από ημερών είχον παραλά- βει από τας εκκλησίας του χωρίου και τοποθετήσει εις τα εικονο­στάσια των οικιών των.

Η πομπή αυτή επροχώρει κύκλω, υπό τους ήχους του σημά- ντρου εις τα όρια της αγροτικής περιοχής του χωρίου...

...Η ακολουθία κατηυθύνθη κατόπιν, υπό συνεχείς κωδωνο­κρουσίας εκ των εκκλησιών του χωρίου, εις το παρεκκλήσιον του Αγίου Γεωργίου, όπου και επανελήφθη τρις περιφορά, εκείθεν δε μετέβη εις παρακείμενον αναπιπταμένον χοίρον όπου οι πανη- γυρισταί, διαρκούσης της ως άνω λιτανείας, εξετέλουν τοπικούς χορούς με μουσικήν εκ ζουρνάδων και νταουλιού, προς δε και χορούς ειδικούς προς την περίστασιν ταύτην, χορευομένους υπό γυναικών, άνευ οργανικής μουσικής, τη συνοδεία μόνον των ακο­λούθων, ως παρατίθενται ασμάτων:

Το πανηγύρι γένιται στον Άγιον, Άγι Γιώργη.

Το πανηγύρι ήταν πουλύ και τόπος ήταν λίγος

Αράδα παν οι άρχοντες, αράδα κ’ οι παπάδες.

Κρατεί ο δράκος το νερό, διψά το πανηγύρι.

Παρακαλούσαν κ ’ έλεγαν, παρακαλονν και λέγουν:

“Απόλει, Δράκε μ', το νερό να πιουν τα πανηγύρια,

να πιουν οι μάννες το νερό και τα παιδιά το γάλα”.

... Μετά την εκτέλεσιν του τελευταίου χορού δια των τραγου- διών τούτων έλαβε χώραν αναπαράστασις του θαύματος της δρα­κοντοκτονίας του Αγίου Γεωργίου.

Νέος εκ του χωρίου, μεταμφιεσμένος εις Άγιον Γεώργιον, φέ- ρων κοκκίνην χλαμύδα και κρατών δόρυ δια της δεξιάς, ενεφανί- σθη έφιππος επί λευκού ίππου, βαίνων δρομαίως δια μέσου του πλήθους, προς παρακείμενην πηγήν, εις την οποίαν επιστεύετο ότι ενεφώλευεν ο δράκων ο παρακωλύων την ύδρευσιν του χωρίου. Ότε έφθασεν εις αυτήν, αφέθη ελεύθερον το εις την μικράν δεξα­μενήν (γούρναν) συγκεντρωμένον ύδωρ να ρέη ορμητικώς εντός παρακειμένης αύλακος...»[7]

Η συγκεκριμένη πηγή δίπλα στο παρεκκλήσι του Αγίου Γεωρ­γίου, όπως αναφέρει στη συνέχεια ο ίδιος μελετητής, συνδέεται με την εξής παράδοση: «Ήταν μια βρύση κει πέρα κ’ έτρεχε το νερό. Κι ο Δράκος ήβγε και το σταματούσε το νερό. Το σταματού­σε και αν έταζαν καμμιά κόρη την έτρωγε και το απολούσε το νερό. Μια μέρα πάνε μια κόρη. Την στόλισαν, την ταιριάσαν και ο Αϊ-Γιώργης την έβλεπε. Καθόταν η κόρη κει πέρα και καρτερού­σε αυτή να βγει ο Λάμιας από τη πηγή, πάνω στον Αϊ-Γιώργη. Ο Αϊ-Γιώργης τη βλέπει. Βγαίνει η Λάμια, βροντούσε. Το κορίτσι κει πέρα. Μόλις βροντούσε παίρνει το κοντάρι και τραβήχνει μια τη Λάμια και τη σκότωσε και γλύτωσε η κόρη. Και την πήραν ξω- πίσω την κόρη. Τώρα πανηγυρίζομε κάθε χρόνο. Κάνομε τον Αϊ- Γ ιώργη. Την ιστορία αυτή να πούμε». Και κατά μία άλλη αφήγη­ση: «Εκεί στις βρύσες ήβγαινε ο Λάμιας και έκοβε το νερό και το σταματούσε. Τον έδιδαν κουρμπάνι και το αμολούσε το νερό το μήνα μια φορά. Ο Αϊ-Γιώργης βγήκε και το σκότωσε το θεριό αυτό και βγήκε πολύ νερό και το ωνόμασαν ύστερα το χωριό Σουμπά- σκιοϊ[8].»

Ο Αικατερινίδης παραθέτει επίσης μια παραλλαγή του τρα­γουδιού που αναφέρεται στη δρακοντοκτονία και τραγουδιόταν παλιότερα στο πανηγύρι. Τελειώνει ως εξής:

«... — Σύρι, κόρη μ’, στο σπίτι σου, σύρι και στον πατέρα σ’, και πες του τον πατέρα σου να φτιάση μια εκκλησία.

Δεξιά μεριά στον Άγι Άντών’, ζερβά τον Άγι Γιώργη, τον Άγι Γιώργη με σπαθί, και μ ’αργυρό κοντάρι»'0

Ο αρχέγονος αυτός μύθος με τις διάφορες μορφές έκφρασής του έχει φυσικά υποστεί αλλαγές μες στο χρόνο αλλά παραπέμπει αναμφισβήτητα σε μια πρωταρχική σχέση εξάρτησης του ανθρώ­που, εκείνη με το νερό. Η βιολογική αναγκαιότητα αυτού του στοι­χείου της φύσης οδήγησε ακόμα και σε μια μεταφυσική έκφραση της αγωνίας του ανθρώπου για την εξασφάλισή του, η οποία απο- τυπώθηκε σε μύθους και παραδόσεις όπως η παραπάνω.

Ωστόσο, αυτή η σχέση δεν μπορεί παρά να έχει κοινωνικούς και ιστορικούς προσδιορισμούς. Η σχέση του ανθρώπου με το νερό είναι μια σχέση διαμεσολαβούμενη από την κοινωνία, όχι γενικά αλλά από τα συγκεκριμένα και ιστορικά προσδιορισμένα χαρα­κτηριστικά της. Έτσι η κοινωνικοποίηση του νερού συνδέεται άμεσα με αυτά τα χαρακτηριστικά. Απ’ αυτή την οπτική γωνία, το νερό αποκτά μια ιδιαίτερη σημασία ως βιολογικά απαραίτητο για τον άνθρωπο στοιχείο, ανάλογα πάντοτε με τη διαθεσιμότητάτου.

Να δούμε κατ’ αρχάς το φαινόμενο του καθαγιασμού του νε­ρού. Στη χριστιανική του έκφραση και εκδοχή, και πιο συγκεκρι­μένα στην ορθόδοξη παράδοση, εκφράζεται με την παρουσία ιε­ρών κτισμάτων πάνω ή δίπλα στην πηγή. Είναι γνωστό ότι στην ελληνική λαϊκή παράδοση τα ιερά κτίσματα είναι συνυφασμένα με την επικινδυνότητα του χώρου (οριακές ζώνες, σύνορα, σταυ­ροδρόμια κ.λπ.) αλλά και με την ανάγκη κοινωνικοποίησης ή δια­σφάλισης της συλλογικής χρήσης τόπων και στοιχείων απαραίτη­των για την επιβίωση μιας ομάδας ή μιας κοινότητας (βακούφικα δάση, πηγές κ.λπ.). Στην περίπτωση του νερού συνδυάζονται και τα δύο, αφού απ’ τη μια, οι πηγές, τα πηγάδια κ.λπ. είναι συνήθως τόποι όπου συχνάζουν δαιμονικά ή τόποι που ελέγχονται από στοι­χειά (επικινδυνότητα) και από την άλλη είναι στοιχείο απαραίτη­το για την επιβίωση, γι’ αυτό και η διασφάλιση της συλλογικής πρόσβασης σ’ αυτό αναγκαία (κοινωνικοποίηση). Η παρουσία λοιπόν ενός ιερού κτίσματος, που συνήθως είναι αφιερωμένο σ’ έναν δρακοντοκτόνο άγιο (Αϊ-Γιώργης, Αγία Παρασκευή κυρίως), δεν καθαγιάζει και εξαγνίζει απλώς το νερό μιας πηγής αλλά απο- τρέπει οποιονδήποτε ιδιωτικό σφετερισμό, αφού οι ιεροί τόποι είναι κατεξοχήν χώροι συλλογικής-δημόσιας χρήσης.

Μια τέτοια διασφάλιση της δημόσιας χρήσης του νερού είναι οπωσδήποτε απαραίτητη σε περιπτώσεις λειψυδρίας. Δεν είναι εξάλλου καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι οι περισσότεροι τόποι όπου βρίσκεται ιερό κτίσμα (εκκλησία, ξωκλήσι, μοναστήρι) έχουν συ­νήθως νερό και μάλιστα πολλές φορές θεωρείται και «αγίασμα»[9].

Η σημασία του νερού όχι απλώς για την επιβίωση αλλά για την κοινωνική εξέλιξη και ανάπτυξη της ανθρώπινης ομάδας εκφρά­ζεται επίσης και στους ιδρυτικούς των οικισμών-χωριών μύθους. Είναι κοινός τόπος στις διάφορες κοινοτικές παραδόσεις για την επιλογή του τόπου όπου χτίστηκαν οι οικισμοί ο μύθος σύμφωνα με τον οποίο ένα ζώο (συνήθως τράγος) απομακρύνεται από το κοπάδι κάποιου βοσκού και επιστρέφει με το πιγούνι του βρεγμέ­νο- ο βοσκός το παρακολουθεί στη συνέχεια και ανακαλύπτει μια πηγή γύρω από την οποία αποφασίζει η ευρύτερη ομάδα (ιδρυτι­κές φάρες) να εγκατασταθεί.

Η βρύση τελικά δεν είναι απλώς κάτι απαραίτητο σ’ έναν οικι­σμό, είναι ένα κεντρικό στοιχείο της οργάνωσης του δομημένου χώρου με σημαντικές κοινωνικές λειτουργίες (συνάξεις, συνευ­ρέσεις, τέλεση εθίμων κ.λπ.) αλλά και με έντονη τη συμβολική διά­σταση, κάτι που την καθιστά βασικό σύμβολο ταυτότητας[10].

Οι λαογραφικές αναφορές στη δημόσια βρύση είναι πολλές και δίνουν όλο το φάσμα (τουλάχιστον περιγραφικά) των κοινω­νικών, εθιμικών και συμβολικών λειτουργιών της. Εδώ θα μνημο­νεύσουμε απλώς, ως προς το συμβολικό μέρος, που παραπέμπει σ’ όσα είπαμε παραπάνω, την παράδοση της διακόσμησης γλυπτι­κής ή άλλης, της δημόσιας ή υπαίθριας βρύσης, η οποία είναι συ- νυφασμένη με τις σχετικές με το νερό μεταφυσικές δοξασίες και παραδόσεις. Η Π. Ζώρα, αναφερόμενη στο γλυπτικό διάκοσμο της βρύσης, γράφει χαρακτηριστικά: «...Ακόμη κι αν υποτεθεί ότι οι δράκοντες έχουν αποβάλει πια το συμβολικό τους νόημα και έχουν ξεπέσει σε απλά διακοσμητικά μοτίβα, παραμένει γεγονός η μεταφυσική καταγωγή τους κι αποτελούν ένα είδος εικαστικού ευφημισμού, αφού ανέκαθεν ο άνθρωπος απεικονίζει, σεβαστικά και λατρευτικά, ό,τι ακριβώς φοβάται»[11].

Και σε μια γενική της αναφορά η ίδια λαογράφος σημειώνει: «Το νερό, πηγή και σύμβολο ζωής έγινε από τα πανάρχαια χρόνια αντικείμενο λατρείας και ένα από τα βασικότερα στοιχεία των κοσμολογικών αντιλήψεων όλων των πρωτόγονων λαών. “Mate­ria prima”, μήτρα των σπόρων και της βλάστησης, σύμβολο μιας ατέρμονης δυναμικής από την οποία γεννιούνται τα πάντα και στην οποία τα πάντα επιστρέφουν. Το νερό στους μύθους και στις μαγι­κές τελετουργίες της πρωτόγονης κοσμολογίας, έχει την ίδια ση­μασία, όποιες κι αν είναι οι πολιτισμικές δομές, μέσα στις οποίες λειτουργεί. Αστείρευτη πηγή δύναμης και ζωής, καθαρίζει, θερα­πεύει, ανανεώνει και διασφαλίζει την αθανασία. Το αρχέτυπό του είναι το “ζων ύδωρ”, που οι μεταγενέστερες διδασκαλίες τοποθε­τούν στις ουράνιες περιοχές. Είναι το νερό της ζωής ή ‘V αθάνατο νερό”, της παγκόσμιας κοσμολογίας»[12].

Η ίδια η ζωοποιός ιδιότητα του νερού το έχει καταστήσει, όπως είναι φυσικό, ένα από τα βασικά σύμβολα στην εθιμική ζωή του λαού. Σύμβολο ευτυχίας, ευγονίας, αφθονίας και κάθαρσης το «ζείδωρον ύδωρ» δεν λείπει από τις σημαντικές εθιμικές τελετές τόσο του κύκλου της ζωής όσο και του κύκλου του χρόνου.

Στα έθιμα της γέννησης χρησιμοποιείται συνήθως για την ανα­λογική διευκόλυνση του τοκετού (ωκυτοκία) αλλά και ως καθαρ­τήριο σύμβολο- στα έθιμα του γάμου ως σύμβολο ευτυχίας-αφθο- νίας κ.λπ. (π.χ. τελετές της βρύσης με το τραγούδισμα της χαρα­κτηριστικής επωδής «όπως τρέχουν τα νερά έτσι να τρέχουν τα καλά...»)· στα έθιμα του θανάτου ως καθαρτήριο και αποτρεπτικό σύμβολο (π.χ. τελετουργική νίψις των χεριών)[13].

Στον κύκλο του χρόνου το νερό χρησιμοποιείται συμβολικά στα ευετηρικά δρώμενά. Το έθιμο του «κεράσματος» της βρύσης με διάφορα αγαθά (βούτυρο, τυρί κ.λπ.) κατά την πρωτοχρονιά, το συμβολικό άδειασμα και εκ νέου γέμισμα των «αγγείων», το «αμί­λητο νερό» και τόσες άλλες εθιμικές τελετές καλοχρονιάς επιβιώ­νουν ακόμα και σήμερα[14].

Εξίσου σημαντική όμως είναι η συμβολική παρουσία του νε­ρού στο θρησκευτικό τελετουργικό πλαίσιο. Στη δική μας παρά­δοση μπορούμε να αρκεσθούμε, ενδεικτικά πάντα, στην κορυφαία τελετουργική πράξη καθαρμού και καθαγιασμού μέσω του νερού που είναι το βάπτισμα και στη γιορτή των Θεοφανεί(ον (αλλά και της Ζωοδόχου Πηγής), όπου βασικό στοιχείο είναι ο καθαγιασμός των υδάτων και κατ’ επέκτασιν ο εξαγνισμός του χοίρου αλλά και του χρόνου[15].

Η λαϊκή μας παράδοση βρίθει επίσης από έθιμα και μαγικές τελετουργίες για την πρόκληση βροχής. Η «περπερούνα» είναι το πλέον γνωστό έθιμο ανομβρίας· πρόκειται για μια «μιμική τελετή προς πρόκλησιν βροχής», η οποία περιλαμβάνει περιφορά ανά τις συνοικίες και τους αγρούς ενός παιδιού (συνήθως κοριτσιού) περιενδυμένου με πρασινάδες και λουλούδια, έμμετρες επικλή­σεις, χορό και περίχυση νερού από το συνοδευτικό όμιλο παιδιών[16].

Και σ’ αυτό το πεδίο βεβαίως η εκκλησία δεν θα μπορούσε να απουσιάζει· έτσι παράλληλα με τις άλλες τελετές ανομβρίας τε- λούνται από την επίσημη εκκλησία με πάνδημη συμμετοχή και οι γνο)στές λιτανείες που δεν είναι παρά τελετουργικές επικλήσεις για την πρόκληση βροχής.

Τα παραπάνω αφορούν την «αρχετυπική» διάσταση της σχέ­σης του ανθρώπου με το νερό όπως αυτή εκφράζεται και αποτυ- πώνεται στις δοξασίες, τις παραδόσεις και τα έθιμα του λαού μας. Το νερό όμως είναι συνυφασμένο με τον υλικό βίο του λαού μας και ως πηγή ενέργειας. Η προβιομηχανική τεχνολογία παραγω­γής ενέργειας μέσω του νερού (νερόμυλος, νεροπρίονο, νεροτρι- βιά κ.λπ.) αποτελεί ένα πολύ σημαντικό κεφάλαιο του υλικού μας λαϊκού πολιτισμού όπως, επίσης, και οι τρόποι διαχείρισης των διαθέσιμων υδάτων από τις κοινότητες (θεσμός νεροκράτη, τρό­ποι νερομετρήματος κ.λπ.). Όλα αυτά και άλλα σχετικά ζητήματα αποτελούν αντικείμενο μιας ξεχωριστής πραγμάτευσης.

[1] Για ένα σύγχρονο ανθροοπολογικό θεωρητικό προβληματισμό γύρω από το ζήτημα του περιβάλλοντος βλ. Kay Milton (ed.), Environmentalism, London - New York: Routledge, 1993. Επίσης για το θέμα της οικειοποίησης της φύσης από τη σκοπιά της Κοινωνικής Ανθρο>πολογίας και της Ανθρώπι­νης Οικολογίας (Human Ecology) βλ. Tim Ingold, The Appropriation of Nat­ure: Essays on Human Ecology and Social Relations, Manchester: V.P., 1986 και E. Croll-D. Parkin (eds.), Bush Base: Forest Farm-Culture Environment and Development, London - New York: Routledge, 1992.


[2] Ν. Γ. Πολίτου, «Δημώδη άσματα της δρακοντοκτονίας αγίου Γεωρ- yiov»,Λαογραφία 4 (1913-14), σελ. 185-235, σελ. 204-5.


[3] Βλ. Μηνά Αλ. Αλεξιάδη, Οι Ελληνικές παραλλαγές για τον δρακοντο- κτόνο ήρωα (Aarne-Thompson 300, 30ΙΑ και 301Β), παραμυθολογική μελε'- τη, δ.δ., Ιωάννινα 1982.


[4] Βλ. Μ. Αλ. Αλεξιάδη, ό.π.., σελ. 147-8.


[5] Βλ. Μ. Αλ. Αλεξιάδη, ό.π.., σελ. 23.


[6] Βλ. Ν. Γ. Πολίτου, ό.π.., σελ. 233.


[7] Βλ. Γεωργ. Ν. Αικατερινιάδη, «Ο εορτασμός του Αγίου Γεωργίου εις Νεον Σούλι Σερρών», ανατ. από τα Σερραϊκά Χρονικά Ε (1969), σελ. 132-139.


[8] Βλ. ό.π.., σελ. 145-8.


[9] Βλ. Άλκη Κυριακίδου-Νέστορος, «Σημάδια του τόπου ή η λογική του ελληνικού τοπίου» στο βιβλίο της Λαογραφικά μελετήματα, Αθήνα, Νέα Σι'ινορα, 1979, σελ. 20-22.


[10] Βλ. Μιχάλη Γ. Μερακλή Ελληνική λαογραφία. Κοινωνική συγκρότη­ση, Αθήνα: Οδυσσέας, 1984, σελ. 41-2, Μιχάλη Αράπογλου, «Η πλατεία του ηπειρωτικού χωριού», Ηπειρωτικά Χρονικά (1995), (υπό ε'κδοσιν) και Κί- τσου Μακρή, «Πιες και συγχώρα με...», Βήματα, Αθήνα: Κέδρος, 1978, σελ. 233-6.


[11] Πόπη Ζώρα, «Συμβολική και σημειωτική προσέγγιση της ελληνικής λαϊκής τέχνης»,Λαογραφία, 36 (1990-92), σελ. 1-77, σελ. 9.


[12] Ό.π., σελ. 5.


[13] Βλ. Ενδεικτικά Ν. Γ. Πολίτου, Λαογραφικά σύμμεικτα Β', και Γ', Αθή­να, 1921 και 1931 τα σχετικά μελετήμαια. Επίσης Γεωργ. Αικατερινίδη, «Χρή- σις και σημασία του “αμίλητου νερού” εις τον βίον του λαού», Επετηρίς Λαογραφικον Αρχείου, 15-16 (1962-63) και Αδαμ. Αδαμαντίου, «Αγνείας πείρα», Λαογραφία, Γ' (1911-12), σελ. 390-446.


[14] Βλ. Γεωργίου Α. Με'γα, Ζητήματα ελληνικής Λαογραφίας, τεύχος 3, Αθήνα 1975, σελ. 40-59 και Γεωργ. Αικατερινίδη, ό.π.


[15] Βλ. Γεωργίου Α. Μέγα, ό.π., σελ. 54-59 και του ίδιου Ελληνικοίεορ- ταίκαι έθιμα της λαϊκής λατρείας, Αθήνα 1976, σελ. 75-83 και 179. Γενικότε­ρα για τους συμβολισμούς του νερού στις θρησκευτικές παραδόσεις βλ. Mir- cea Eliade, Traile d'histoire des religions, Payot 1949, σελ. 165-187, 199-210 και 374-382.


[16] Βλ. ενδεικτικά Γεωργ. Α. Με'γα, Ζητήματα Ελληνικής Λαογραφίας, ό.π., σελ. 105-7


Το κείμενο αυτό προέρχεται από το βιβλίο μου ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΕΤΕΡΟΚΛΗΤΑ και αποτέλεσε την βάση για την ομότιτλη εισήγησή μου στο Λαογραφικό και Εθνολογικό Μουσείο Μακεδονίας- Θράκης την Παγκόσμια Ημέρα Νερού.


164 views

© 2018 by Vassilis Nitsiakos 

  • Facebook Clean Grey