Σε προδομένο απ΄τα στοιχειά του
τοπο γεννήθηκα.

Σε τόπο μόνο 
και πιο ψηλά απ΄το θεό.
Σε τόπο που τραβιέται
και χωνεύει
σε μια σχισμένη πέτρα.

Για νά ΄ρθει ξανά 
την Άνοιξη 
κρεμασμένος στα νύχια 
γυπαετών.

Σε λαβωμένο 
και αλαφροΐσκιωτο τόπο 
γεννήθηκα.
Ποτισμένο από δάκρυ
βαρβάτου αλόγου.

Σ΄ αυτόν
γυρίζω φοβισμένος
στου κούκου τον καιρό,
ώς ν΄αγιασθώ στον κλήδονα 
κι ύστερα να σωπάσω. 

​Έκτη έκδοση

"Περιεκτικό, σαφές, ενημερωμένο, μέχρι και στους πιο πρόσφατους προβληματισμούς και θεωρητικο-μεθοδολογικές κατευθύνσεις του κλάδου, αφομοιώνει αβίαστα τη διεθνή βιβλιογραφία στην ερευνητική εμπειρία του ελληνικού αγροτικού χώρου και πετυχαίνει στόχους που υπερβαίνουν κατά πολύ τους στόχους ενός απλού πανεπιστημιακού βοηθήματος: την (σωστή) ενημέρωση ενός ευρύτερου κύκλου (επαρκών) αναγνωστών πάνω στις σύγχρονες κατακτήσεις των κοινωνικών επιστημών αναφορικά με τη μελέτη της αγροτικής κοινωνίας στη χώρα μας" (Στάθης Δαμιανάκος)

"Γενικά το βιβλίο είναι πλουσιότατο σε πληροφορίες και ιδέες και πλήρως ενημερωμένο. Είναι μια σύγχρονη μελέτη, στηριγμένη σχεδόν αποκλειστικά στην κοινωνικο-ανθρωπολογική βιβλιογραφία και δίνει απαντήσεις σε πολλά ερωτήματα, αφήνει όμως και πολλά αναπάντητα. Δεν θα μπορούσε όμως να γίνει διαφορετικά στο στάδιο αυτό της έρευνας. Είναι αυτονόητο ότι το βιβλίο είναι χρήσιμο σε όλους τους κοινωνικούς επιστήμονες: κοινωνιολόγους, ανθρωπολόγους, εθνολόγους και σύγχρονους λαογράφους" (Ελευθ. Π. Αλεξάκης)

"Το βιβλίο δίνει μια συνθετική εικόνα για τη θεώρηση των παραδοσιακών δομών της σύγχρονης Ελλάδας και, ταυτόχρονα, εκθέτει με σαφή τρόπο την οπτική της ανθρωπολογικής προσέγγισης. Θα πρέπει να σημειωθεί εξαρχής ότι το βιβλίο αποτελεί μια σημαντική τομή για την ανθρωπολογική έρευνα στη χώρα μας. Δίνει βαρύτητα στο πρόβλημα της θεωρίας και της μεθόδου με σκοπό να παρουσιάσει με σαφήνεια και οικονομία το αντικείμενό του. Με αυτό τον τρόπο πετυχαίνει να αποσαφηνίσει τον προβληματισμό σχετικά με τις παραδοσιακές κοινότητες επικεντρώνοντας στην έρευνα της κοινωνικής δομής (Σωτήρης Δημητρίου)

Η οικολογική προσαρμογή, οι σχέσεις παραγωγής, η κοινωνική συγκρότηση, η συμβολική έκφραση και η διαχείριση της κοινωνικής μνήμης στις ορεινές κοινότητες της Βόρειας Πίνδου συνιστούν τους βασικούς άξονες των μελετών αυτού του βιβλίου.

Μέσα από μια ιστορική προοπτική, ο συγγραφέας επιχειρεί μια ολική προσέγγιση του ορεινού αυτού χώρου, αναδεικνύοντας τα κύρια ιστορικά του χαρακτηριστικά
αλλά και την αποσύνθεσή του στη σύγχρονη εποχή.
 
Βασική, ωστόσο, διαπίστωση αποτελεί το γεγονός της επιβίωσης της κοινότητας ως πνεύματος ενός κοινού "ανήκειν" - με βάση την κοινή καταγωγή -                      στους τόπους της διασποράς, όπου η κοινότητα ανασυγκροτείται συμβολικά προσλαμβάνοντας νέες              μορφές (αδελφότητες, σύλλογοι κλπ.) και
εκδηλώνει με ποικίλους τρόπους τη διάθεση
διατήρησης των δεσμών με τη γενέτειρα και προσφοράς σ΄αυτή κάθε είδους βοήθειας... 

             Δεκατέσσερα ετερόκλητα λαογραφικά άρθρα.

Για τη Λαογραφία στο κατώφλι του 21ου αιώνα, τη σχέση της με την Κοινωνική Ανθρωπολογία και την Κοινωνιολογία, την ευρωπαϊκή ενοποίηση και τον λαϊκό πολιτισμό· για την ανθρωπολογία του περιβάλλοντος, για το νερό στην ελληνική λαϊκή παράδοση. 
Για τον τόπο, την τοπικότητα και την εθνική ταυτότητα στο παράδειγμα της ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία·
 
Για την αίσθηση της ιστορίας σε μια κοινότητα της Ηπείρου, για το τσιφλίκι και το τσελιγκάτο, για τις σύγχρονες κοινότητες της περιοχής Αμπελώνα. 

Για την κουμπαριά και τις πελατειακές σχέσεις της αγροτικής Ελλάδας, για το "Βλάχικο ζήτημα"·

Τέλος, για την εθιμική και κοινωνική λειτουργία των δημοτικών τραγουδιών του γάμου:

Το ανά χείρας βιβλίο είναι προιόν συλλογικής επιτόπιας έρευνας που πραγματοποιήθηκε κατά το διάστημα 1986-1989 σε τρία χωριά της Ηπείρου: ένα στο ανατολικό Ζαγόρι (Γρεβενίτι), τα δυο άλλα στην περιοχή της Κόνιτσας (Αετόπετρα, πρώην Σανοβό, και Πυρσόγιαννη).

Αποτελεί ένα σύγχρονο πολιτισμικό άτλαντα
του νομού των Ιωαννίνων,
ο οποίος εξετάζοντας τον λαϊκό πολιτισμό σε τοπική κλίμακα, εντάσσοντας τη συγκεκριμένη κοινωνία στο ευρύτερο φυσικό και γεωπολιτικό της χώρο.
Μέσα από μια ιστορική προοπτική προσπαθεί να τονίσει το πρόβλημα της πολιτικής και πολιτισμικής περιθωριοποίησης της περιφέρειας, καθώς και να συμβάλει στη λύση του.

Η γεωμορφολογία της Ηπείρου χαρακτηρίζεται από βουνά, οροπέδια, λεκάνες, χαράδες, κοιλάδες, φυσικές αναβαθμίδες, χειμάρρους, ποτάμια και μικρές πεδινές εκτάσεις στις παράκτιες περιοχές της. Ωστόσο, το κύριο γνώρισμά της είναι οι φυσικοί δρόμοι. Τους δρόμους αυτούς, που δεν είναι άλλοι από τα ποτάμια της και τις κοιλάδες τους, ακολουθεί, αιώνες τώρα, ο άνθρωπος. Τα ποτάμια και οι κοιλάδες της Ηπείρου, αλλά και όσοι ποταμοί ξεκινούν από την Πίνδο, παρουσιάζουν, από κάθε άποψη, ένα ξεχωριστό ενδιαφέρον, όχι μόνο ως φυσικά στοιχεία ή ως τοπία αλλά και ως τόποι και δρόμοι πολιτισμών. Ως τέτοιοι τόποι και δρόμοι τα ποτάμια θα αποτελέσουν τους άξονες της δικής μας περιήγησης.

Ο χώρος και ο χρόνος είναι οι βασικές συντεταγμένες της κοινωνικής συγκρότησης.

 

Ως τέτοιες δεν αποτελούν απλά την κοίτη μέσα στην οποία εκτυλίσσεται η κοινωνική ζωή και αναπτύσσεται ο ανθρώπινος πολιτισμός, αλλά δημιουργούνται από την ίδια τη δραστηριότητα του ανθρώπου, παράγονται δηλαδή κοινωνικά και άρα ιστορικά.


Ο άνθρωπος, καθώς οικειοποιείται το χώρο και το χρόνο, τα μετατρέπει από φυσικές σε πολιτισμικές κατηγορίες.

Έτσι, με όρους ιστορικούς, δηλαδή με βάση τις εκάστοτε συνθήκες παραγωγής και αναπαραγωγής των υλικών και συμβολικών προϋποθέσεων της κοινωνικής ζωής, οι κατηγορίες αυτές μετασχηματίζονται.

 


Το παρόν βιβλίο ασχολείται με το ζήτημα της ιστορικότητας και της κοινωνικής κατασκευής του χώρου και του χρόνου, ως πολιτισμικών κατηγοριών, με βάση μια σειρά από εμπειρικές μελέτες του συγγραφέα στον ελληνικό αγροτικό χώρο αλλά και δεδομένα της ελληνικής λαογραφίας. 

Στην Ελλάδα, μια χώρα που ιστορικά συνήθισε να στέλνει και όχι να δέχεται μετανάστες, τα πράγματα άλλαξαν άρδην στη δεκαετία του 1980 και πήραν αναπάντεχη τροχιά μετά το 1990, με την κατάρρευση των καθεστώτων του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού και κυρίως του αλβανικού.

 

Η Ελλάδα δέχτηκε εκατοντάδες χιλιάδες μετανάστες, στην πλειοψηφία «παράνομους», χωρίς να διαθέτει το κατάλληλο εκείνο θεσμικό πλαίσιο για να αντιμετωπίσει το φαινόμενο.

 

Η ίδια η ελληνική κοινωνία αντέδρασε σπασμωδικά απέναντι στο γεγονός κι ένας ολόκληρος λαός, που στο σύνολό του έφερε στη συλλογική του μνήμη νωπά τα τραύματα της «ξενιτιάς», αντιμετώπισε με τα πλέον αντιφατικά αισθήματα τους «άλλους» που του χτύπησαν από ανάγκη την πόρτα.

Η Λαογραφία εδραιώθηκε ως επιστήμη έχοντας εθνικό προσανατολισμό. Οι μεταπολεμικές εξελίξεις, ωστόσο, οδήγησαν τους λαογράφους σε αναθεώρηση των προσεγγίσεών τους και σε επαναπροσδιορισμό τόσο του θεωρητικού πλαισίου όσο και των μεθοδολογικών τους επιλογών. Έτσι η Λαογραφία εγκαταλείπει βαθμιαία τον εθνικό και τον φιλολογικό της χαρακτήρα. Επιζητεί έναν κοινωνικό-ιστορικό προσανατολισμό, στο πλαίσιο του οποίου το αντικείμενό της χάνει τον μνημειακό του χαρακτήρα και προσλαμβάνει τα χαρακτηριστικά του κοινωνικού-πολιτισμικού φαινομένου.

Αυτός ο νέος δρόμος, βέβαια, δεν μπορούσε παρά να οδηγήσει στα σταυροδρόμια της διεπιστημονικότητας. Η συνάντηση της Λαογραφίας με την Κοινωνιολογία, την Κοινωνική Ανθρωπολογία, την Πολιτισμική Οικολογία, αλλά και ο επαναπροσδιορισμός της σχέσης της με την Ιστορία τής έδωσαν τη δυνατότητα να διευρύνει τους ορίζοντές της και να βελτιώσει τη μεθοδολογία της, έτσι ώστε να οδηγηθεί τελικά σε πιο βαθιές ερμηνευτικές προσεγγίσεις.

Στην παρούσα δεύτερη αναθεωρημένη έκδοση, ο συγγραφέας έχει συμπεριλάβει ένα νέο μεγάλο κεφάλαιο για το ζήτημα της μεθόδου στη Λαογραφία, που συνιστά μια συνολική πραγμάτευση του θέματος που έλειπε από την υπάρχουσα βιβλιογραφία, καθώς και ένα κεφάλαιο για την πολιτική διάσταση της ακαδημαϊκής θεσμοθέτησης της Λαογραφίας.

Με αυτόν τον τρόπο το βιβλίο αποκτά ένα πιο ολοκληρωμένο χαρακτήρα, αφήνοντας φυσικά ανοιχτή την προοπτική νέων αναθεωρήσεων, αφού στην επιστήμη ποτέ δεν υπάρχουν οριστικές απαντήσεις...

- Η Κόνιτσα και τα Χωριά της. Πολιτισμού Ανατομή, Ιωάννινα, Ν.Α.Ι., 2008 ( με τους Κ. Ζάχο και Β. Παπαδοπούλου).

Οι σχέσεις που διαμορφώνονται στο αλβανο-ελληνικό διασυνοριακό πλαίσιο, δεν μπορούν να γίνουν κατανοητές παρά μόνο σε συνάρτηση με την "πολιτική οικονομία" της συγκεκριμένης κινητικότητας. 
Η ασυμμετρία, η ανισότητα, των δύο πλευρών του συνόρου είναι καθοριστική. Με το άνοιγμα του συνόρου αναπτύσσεται μια δυναμική που προσδιορίζεται από την τάση ή πίεση για έξοδο από την Αλβανία ενός μεγάλου τμήματος του πληθυσμού, λόγω της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής κρίσης, αλλά και από την έλξη που ασκεί η Ελλάδα ως χώρος εγκατάστασης. 

Ο κατά κανόνα παράνομος τρόπος εισόδου στην Ελλάδα καθιστά αυτή τη σχέση ακόμα πιο ασύμμετρη και θέτει τους μετακινούμενους σε μια πολύ πιο ανίσχυρη θέση, καθώς ζουν και εργάζονται σε καθεστώς παρανομίας και ως εκ τούτου δεν έχουν νομική υπόσταση, ούτε μπορούν να διεκδικήσουν τίποτα. Η νομιμοποίηση βελτιώνει τη θέση τους, αλλά δεν εξουδετερώνει τη δομική ανισότητα που χαρακτηρίζει έτσι και αλλιώς το φαινόμενο της μετανάστευσης και την ιδιότητα του μετανάστη. Η προσπάθεια των μεταναστών να παρουσιάσουν στοιχεία ταυτότητας που διευκολύνουν τη θέση τους (τεκμήρια ελληνικής καταγωγής ή χριστιανικής πίστης, αλλαγές ονομάτων κ.λπ.) φανερώνει ακριβώς πώς βιώνουν αυτή την άνιση σχέση, η οποία επιβαρύνεται από παράγοντες που αφορούν την ετερότητά τους.

Υπάρχει μια κατηγορία κοινοτήτων που εντοπίζονται στη "ζώνη της δρυός" και ιστορικά στηρίχτηκαν για την επιβίωση και αναπαραγωγή τους σε ένα συνδυασμό γεωργίας και κτηνοτροφίας, που συμπληρώνονταν και από άλλες δραστηριότητες, όπως η υλοτομία, η τροφοσυλλογή και η τεχνική ειδίκευση.
Οι κοινότητες αυτές λειτούργησαν για μια μεγάλη χρονική διάρκεια σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο πολιτικής οικονομίας με σχετική αυτονομία, αυτάρκεια και αυτοδιοίκηση.

Στο πλαίσιο αυτό οι εστιακές ομάδες οικειοποιούνταν τους συλλογικούς φυσικούς πόρους με ένα σύστημα βιωματικής αειφορίας και κοινωνικού εξισωτισμού. Αυτό το σύστημα εξασφάλιζε από τη μια την αναπαραγωγή των φυσικών πόρων και από την άλλη την εξισορρόπηση ανάμεσα στις επιμέρους ανάγκες των εστιακών ομάδων και τη συνολική επιβίωση της κοινότητας.

Κάτι τέτοιο ήταν εφικτό όχι μόνο χάρη στη συνειδητοποίηση του πεπερασμένου χαρακτήρα των φυσικών πόρων και την αίσθηση της συλλογικότητας αλλά και χάρη στο γεγονός ότι ο τρόπος παραγωγής χαρακτηριζόταν από τις αξίες χρήσης και οι ίδιοι οι φυσικοί πόροι (γη, δάση, νερά κ.λπ.) δεν γίνονται αντιληπτοί σαν ατομικές ιδιοκτησίες αλλά ως κοινά κτήματα, τα οποία χρησιμοποιούσε η κάθε εστιακή ομάδα με βάση τις εκάστοτε ανάγκες της.

Το Πεκλάρι (Πηγή), ένα ορεινό χωριό στην περιοχή της Κόνιτσας κοντά στο ελληνο-αλβανικό σύνορο, αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα.

"Αλήθεια, σε μια εποχή που η διεθνής τάση και πρακτική υπαγορεύει την ενοποίηση του γνωστικού αντικειμένου των κοινωνικών επιστημών είναι θεμιτό κάποιοι κλάδοι να περιφρουρούν τα σύνορά τους σαν να ήταν ιδιοκτησίες; Σε μια εποχή που πνέουν καταλυτικά οι άνεμοι της διεπιστημονικότητας, αντί να κατασκευάζουμε ανεμόμυλους, να χτίζουμε τείχη προστασίας του γνωστικού μας αντικειμένου και του ίδιου του κλάδου που υπηρετούμε;


Ίσως τελικά το ζήτημα της (ανα)συγκρότησης των γνωστικών αντικειμένων να είναι πιο επιτακτικό και από εκείνο των θεωρητικών-μεθοδολογικών (ανα)συνθέσεων διεπιστημονικού χαρακτήρα, αλλά, όπως και να είναι, δεν είναι ζητήματα άσχετα μεταξύ τους. Το αντίθετο. 
Εάν δεχτούμε, λοιπόν, την ενότητα των κοινωνικών επιστημών, το θεωρητικό-μεθοδολογικό ζήτημα πρέπει να αντιμετωπιστεί σε διεπιστημονική βάση και το ζήτημα των γνωστικών αντικειμένων όχι με όρους ιδιοκτησίας και ουσιοκρατικής αντίληψης, αλλά σε μια βάση διεκδίκησης ενός ενιαίου πεδίου που ορίζεται με μια ολική αντίληψη, στο πλαίσιο της οποίας οι όποιες διαιρέσεις, ταξινομήσεις, ιεραρχήσεις, καταμερισμοί εργασίας κ.λπ. έχουν συμβατικό χαρακτήρα και δεν είναι παρά εργαλεία δουλειάς, με στόχο μια συνολική σύλληψη και ερμηνεία του ενιαίου γνωστικού αντικειμένου..."

(από την Εισαγωγή)

Το μέλλον της λαογραφίας, το γεφύρωμα του χάσματος, η τομή των συνόρων που χωρίζουν τους κλάδους της λαογραφίας και της ανθρωπολογίας και οι γόνιμες συναντήσεις τους στα διεπιστημονικά σταυροδρόμια βρίσκονται στο επίκεντρο των κειμένων αυτού του συλλογικού τόμου.

© 2018 by Vassilis Nitsiakos 

  • Facebook Clean Grey